
Σε πρόσφατη εισήγησή του (Enabling Public Diplomacy Field Officers to Do Their Jobs
, The Public Diplomacy Council – www.publicdiplomacycouncil.org, 2008) ο William Rugh, πρώην πρέσβης των ΗΠΑ στην Υεμένη και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, αναφέρεται στο ζήτημα της αποτελεσματικότερης οργάνωσης των μονάδων δημόσιας διπλωματίας στις διπλωματικές αποστολές της χώρας του υπογραμμίζοντας τη σημασία των δεξιοτήτων και της υπηρεσιακής κατάστασης των αρμοδίων στελεχών (Public Diplomacy Officers).
Η εισήγηση αναφέρεται εκτενώς στις κύριες διαφορές του επαγγελματικού πεδίου των Public Diplomacy Officers από αυτό των υπολοίπων διπλωματικών υπαλλήλων:
• Οι διπλωματικοί υπάλληλοι εν γένει έχουν ως κύρια αποστολή τους χειρισμούς που αφορούν στην εξωτερική πολιτική ενώ οι Public Diplomacy Officers οφείλουν να δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στην παρουσίαση όλων των πλευρών της αμερικανικής κοινωνίας, πολιτικής και πολιτισμού.
• Οι διπλωματικοί υπάλληλοι εν γένει συνομιλούν κυρίως με τους επίσημους εκπροσώπους των χωρών διαπίστευσής τους, ενώ οι Public Diplomacy Officers είναι σε διαρκή επαφή με παράγοντες από τους χώρους των ΜΜΕ, του πολιτισμού, και της ακαδημαϊκής κοινότητας.
• Οι διπλωματικοί υπάλληλοι εν γένει χειρίζονται κυρίως υποθέσεις που απαιτούν έναν ορισμένο βαθμό εμπιστευτικότητας (αναπτύσσουν δεξιότητες διαπραγματευτή και είναι συνήθως πολύ επιφυλακτικοί στον ανοικτό διάλογο και την επικοινωνία με ξένα κοινά), ενώ οι Public Diplomacy Officers διαχειρίζονται ανοικτές πληροφορίες και δεν κινούνται στο πλαίσιο μιας κουλτούρας του απορρήτου.
• Οι Public Diplomacy Officers σε αντίθεση με τους διπλωματικούς υπαλλήλους εν γένει, αποκτούν μια κουλτούρα διαλόγου με τα ξένα κοινά μέσα από τις ρουτίνες εργασίας τους: οργάνωση επαφών, συνεντεύξεων, διαλέξεων, προγραμμάτων εκπαιδευτικών ανταλλαγών, διαμόρφωση περιεχομένου ιστοτόπων, εκπροσώπηση στα ΜΜΕ κλπ.
• Σε ό,τι αφορά το ευρύτερο κοινό της χώρας αποστολής, οι Public Diplomacy Officers προτιμούν να χτίζουν στέρεες σχέσεις εμπιστοσύνης, ενώ οι διπλωματικοί υπάλληλοι εν γένει ενδιαφέρονται κυρίως να ανακοινώνουν πλευρές της πολιτικής που διαχειρίζονται.
Ο Rugh τονίζει ότι οι διακριτές επαγγελματικές ικανότητες των Public Diplomacy Officers δεν υποστηρίζονται επαρκώς στο υπάρχον οργανωτικό πλαίσιο των διπλωματικών αποστολών της χώρας του. Αποδέχεται την ορθολογικότητα της υπαγωγής της United States Information Agency (αυτόνομης έως το 1999 υπηρεσίας διεθνούς πληροφόρησης των ΗΠΑ) στο Στειτ Ντιπάρτμεντ εφόσον αυτή όντως εγγυάται μεγαλύτερη συνοχή της άσκησης της δημόσιας διπλωματίας με την εξωτερική πολιτική, πλην όμως υπογραμμίζει ότι υπάρχουν πολλά περιθώρια ενίσχυσης των ιδιαίτερων δεξιοτήτων και της θέσης των Public Affairs Officers εντός των διπλωματικών αποστολών.
Η εισήγηση καταλήγει σε προτάσεις για (α) τη σύσταση νέας διοικητικά αυτοτελούς υπηρεσίας δημόσιας διπλωματίας εντός του Στειτ Ντιπάρτμεντ με αυξημένες αρμοδιότητες, (β) την ενίσχυση της εκπαίδευσης των Public Diplomacy Officers σε θέματα αμερικανικού πολιτισμού, κοινωνίας και πολιτικής, αλλά και ξένων γλωσσών και νέων τεχνολογιών επικοινωνίας, και (γ) την ενίσχυση των αρμοδιοτήτων και της σχετικής αυτονομίας δράσης των μονάδων δημόσιας διπλωματίας στις διπλωματικές αποστολές των ΗΠΑ.
Δείτε επίσης: H Κατάρτιση Στελεχών Δημόσιας Διπλωματίας στις ΗΠΑ, Εκπαίδευση στη Δημόσια Διπλωματία – Πρόταση για Νέο Πρόγραμμα Σπουδών στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης, H Δημόσια Διπλωματία της Ελλάδας – Εισηγήσεις της Ένωσης Ακολούθων Τύπου