December 28 2009

Michael Zenner: Ο διάλογος και οι διαπροσωπικές επαφές στο εξωτερικό αποτελούν τα βασικά εργαλεία της δημόσιας διπλωματίας

zenner2 Με την ευκαιρία της εκδήλωσης της Ένωσης Ακολούθων Τύπου σε συνεργασία με την Γερμανική πρεσβεία με τίτλο «Η δημόσια εικόνα της Γερμανίας» που διοργανώθηκε στις 12 Νοεμβρίου 2009, o  Γενικός Διευθυντής Επικοινωνίας του Υπουργείου Εξωτερικών της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Michael Zenner, παραχώρησε συνέντευξη στα μέλη της ΕΝΑΤ Σωτήρη Κρυστάλλη και Χριστίνα Χρυσανθακοπούλου.

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής: Φέτος η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (ΟΔΓ) γιορτάζει την 60ή επέτειο από την ίδρυσή της, αλλά και τα 20 χρόνια από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η ΟΔΓ αποτελεί στη συνείδηση όλων μια επιτυχημένη ιστορία. Πώς κατάφερε η Γερμανία να μεταβάλει πλήρως την εικόνα της στο εξωτερικό;

Για μας είναι ιδιαίτερα ευχάριστο ότι η ΟΔΓ 60 χρόνια μετά την ίδρυσή της και 20 μετά την επανένωση χαίρει ιδιαίτερης εκτίμησης και αναγνώρισης παγκοσμίως. Η συμφιλίωση με το Ισραήλ και τους Ευρωπαίους γείτονές μας, η εταιρική σχέση με τις ΗΠΑ και κυρίως η γαλλο-γερμανική φιλία επέτρεψαν στη νεοσύστατη ΟΔΓ να ξαναβρεί τη θέση της στη διεθνή κοινότητα. Οι εξελίξεις αυτές, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η ΟΔΓ αποτελεί ιδρυτικό μέλος της Ε.Ε και ενεργό μέλος άλλων διεθνών οργανισμών, με κυριότερο τον ΟΗΕ, έχουν προσδώσει στη χώρα τη φήμη ενός αξιόπιστου φίλου και εταίρου. Αυτή είναι η βάση της εξωτερικής μας πολιτικής. Η εικόνα της Γερμανίας στο εξωτερικό δεν παραμένει αμετάβλητη ούτε εξαρτάται μόνο από την πολιτική, αλλά εξελίσσεται συνεχώς και εντατικά, χάρη και στους Γερμανούς πολίτες. Μεγάλα γεγονότα, όπως το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Ποδοσφαίρου 2006 που διεξήχθη στη Γερμανία με το σύνθημα «Όλος ο κόσμος έρχεται σε φίλους», συνέβαλαν στη διαμόρφωση της εικόνας των Γερμανών, σε γενικές γραμμές, μόνο ως αξιόπιστου, αλλά και ως φιλικού και συμπαθητικού λαού.

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής: Ποια εργαλεία της Δημόσιας Διπλωματίας υπήρξαν συν τω χρόνω ιδιαίτερα αποτελεσματικά;

Το σημαντικότερο εργαλείο της Δημόσιας Διπλωματίας της Γερμανίας είναι οι διαπροσωπικές επαφές των μελών των διπλωματικών μας αποστολών με ανθρώπους στις χώρες αρμοδιότητάς τους. Η προσωπική συζήτηση είναι αναντικατάστατη. Η ανταλλαγή ιδεών και ο διάλογος συνιστούν τη βάση της δημόσιας διπλωματίας, για αυτό και διοργανώνουμε τακτικά εκδηλώσεις σχετικές με επίκαιρα ζητήματα: πριν από λίγες εβδομάδες έπεσε η αυλαία μιας σειράς εκδηλώσεων  που διοργανώσαμε σε συνεργασία με τις γειτονικές μας χώρες στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη για την επέτειο των 20 χρόνων από την πτώση του Τείχους, που περιελάμβαναν συναυλίες, εκθέσεις και ημερίδες. Καθοριστικής σημασίας είναι κατά την άποψή μας ο συνδυασμός πολλών εργαλείων, από τα οποία επιλέγουμε το καταλληλότερο για το εκάστοτε κοινό. Παράλληλα με τα κλασικά έντυπα όπως το περιοδικό «Deutschland», στη διάθεση του κοινού υπάρχει υλικό στο διαδίκτυο, ενώ ιδιαίτερα χρήσιμο αποδεικνύεται και το δημιουργικό πνεύμα των συναδέλφων μας στο εξωτερικό. Εξάλλου αυτοί γνωρίζουν καλύτερα με ποια μέσα μπορούμε να έχουμε αποτελέσματα στο εκάστοτε κοινό. Στην προσπάθεια αυτή σημαντική είναι και η συμβολή του θεσμού της ανακύκλησης του προσωπικού στο εξωτερικό, μέσω της οποίας οι μετατιθέμενοι από την Κεντρική Υπηρεσία συνάδελφοι μπορούν να αναπτύξουν την επαφή τους με άλλες νοοτροπίες και πολιτισμούς. Read the rest of this entry »

November 11 2009

Σπύρος Μοσκόβου: Στη Γερμανική Κοινή Γνώμη Υπάρχει μια Βαθύτερη και Ανθεκτική Θετική Εικόνα της Ελλάδας

Moskovou1

 Με την ευκαιρία της επερχόμενης εκδήλωσης της Ένωσης Ακολούθων Τύπου σε συνεργασία με την Γερμανική πρεσβεία με τίτλο «Η δημόσια εικόνα της Γερμανίας» (12/11/2009), ο διευθυντής του ελληνικού προγράμματος της Deutsche Welle, Σπύρος Μοσκόβου, παραχώρησε συνέντευξη στα μέλη της ΕΝΑΤ Νανά Μάγκου και Αθηνά Ρώσσογλου.

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής: Κύριε Μοσκόβου, είναι αναμφισβήτητη η συνδρομή της DW στην προβολή της Γερμανίας και την ανάδειξη της εικόνας της τις τελευταίες δεκαετίες.  Με ποιους ακριβώς τρόπους προωθείται η εικόνα της χώρας;

Σπύρος Μοσκόβου: Η DW σκοπό έχει να αναδείξει μέσω της κατάλληλης κάθε φορά μίξης τηλεόρασης, ραδιοφώνου και ιντερνέτ, με διαφοροποιημένα δηλαδή και εξειδικευμένα ανάλογα με την κάθε χώρα πακέτα προσφορών τη φυσιογνωμία της σημερινής Γερμανίας. Θέλουμε να προβάλουμε τη νέα Γερμανία με όλες τις επιτυχίες και τα προβλήματά της, προβάλλουμε όχι μια ιδανική εικόνα, αλλά μια κοινωνία πολιτών και ένα σύστημα πολιτικό και οικονομικό που αναγνωρίζει τα προβλήματά του και είναι σε θέση να βρίσκει λύσεις. Μια κοινωνία τέλος ανοιχτή στον διάλογο του σήμερα και τις προκλήσεις του αύριο.

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής: Μπορείτε να μας αναπτύξετε την οργανωτική δομή, τους στόχους και τα πεδία δραστηριοποίησης της DW;

Σπύρος Μοσκόβου: Τρεις είναι οι πυλώνες δραστηριοποίησης του σταθμού μας: παραδοσιακά από το 1953 το ραδιόφωνο, από τις αρχές της δεκαετίας του 90 η τηλεόραση και τα τελευταία χρόνια και το διαδίκτυο. Η DW αυτή τη στιγμή προσφέρει ραδιοφωνικά προγράμματα και ιστοσελίδες σε 30 γλώσσες και τηλεοπτικό πρόγραμμα στα γερμανικά, τα αγγλικά, τα αραβικά και τα ισπανικά. Η παλέτα όπως βλέπετε είναι αρκετά πλατιά και μέσω αυτής η DW θέλει να προσεγγίσει κυρίως τις νέες γενιές των ανθρώπων που θα αναλάβουν μελλοντικά τα ηνία σε διάφορα πεδία στις χώρες τους. Θέλει μέσω αυτών να έχει ένα δίαυλο άμεσης επικοινωνίας με διαφορετικές κοινωνίες και διαφορετικές πολιτιστικές παραδόσεις. Και φυσικά τα κέντρα βάρους διαφοροποιούνται: εκπέμποντας στην Ευρώπη η DW θέλει να συμβάλει στη δημιουργία μιας ευρωπαϊκής κοινής γνώμης, μιας κοινής πλατφόρμας συνεννόησης, εκπέμποντας στην Κίνα ή τον αραβικό κόσμο θέλει να είναι «η φωνή των ανθρώπινων δικαιωμάτων».

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής: Πώς εντάσσεται η συνεισφορά της DW στη γενικότερη επικοινωνιακή στρατηγική της χώρας; Με ποιους άλλους φορείς συνεργάζεται και αλληλεπιδρά;

Σπύρος Μοσκόβου: Αν η ουσία της δυτικής δημοκρατίας σήμερα είναι στο επίπεδο των ΜΜΕ η πολυφωνία, τότε η DW αναδεικνύοντας ακριβώς μια πολυφωνική πρόσληψη της γερμανικής πραγματικότητας έχει ενταχθεί στη γενικότερη επικοινωνιακή στρατηγική. Ένα μικρό παράδειγμα: η κεντρική σύνταξη του σταθμού υιοθέτησε δύο σχόλια την επομένη των πρόσφατων ομοσπονδιακών εκλογών, δύο σχόλια για το αποτέλεσμα που με τον τρόπο τους απηχούσαν και δύο τρόπους πολιτικής σκέψης. Να, το καλύτερο μάθημα πολυφωνίας: να το εφαρμόσεις πρώτα στα του οίκου σου. Νομίζω προσωπικά ότι αυτή είναι και η καλύτερη εξαγωγή πολιτικής κουλτούρας. Επειδή λόγω του καταστατικού της η DW έχει και την αποστολή να προβάλλει τη γερμανική κουλτούρα στο εξωτερικό, συνεργαζόμαστε θεσμικά και με το Ινστιτούτο Goethe. Θα προσέξατε ίσως τις κοινές μας εμφανίσεις στο γερμανικό περίπτερο κατά τη διάρκεια της Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου στη Θεσσαλονίκη τα τελευταία χρόνια, με αποκορύφωμα φέτος τον Μάιο, οπότε τιμώμενη χώρα στη Θεσσαλονίκη ήταν η Γερμανία και η λογοτεχνία της.

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής: Η DW υπήρξε ανέκαθεν ιδιαίτερα δημοφιλής στην Ελλάδα και η ελληνική εκπομπή της έπαιξε ιδιαίτερο ρόλο στην αποκατάσταση της δημοκρατίας στη χώρα μας. Ποια είναι η ιστορία του ελληνικού τμήματος της DW;

Σπύρος Μοσκόβου: Η ελληνική εκπομπή έκλεισε φέτος αισίως τα 45 της χρόνια και συνιστά αναμφίβολα ένα από τα πιο επιτυχημένα κεφάλαια στην ιστορία του σταθμού. Το αντιδικτατορικό πρόγραμμα της DW την εποχή της δικτατορίας στην Ελλάδα (1967-1974) ήταν κάτι σαν παρηγοριά για εκατομμύρια Έλληνες που διψούσαν τότε κυριολεκτικά για ελεύθερη ενημέρωση. Η DW ενέγραψε έτσι ένα θετικό αποτύπωμα στην ελληνική συνείδηση μετά το τρομερό κεφάλαιο του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου. Ξέρετε εδώ στη Βόννη η εκπομπή μας θεωρείται σήμερα το «λίκνο του ραδιοφώνου για περιοχές κρίσης», ένα πείραμα που ο σταθμός επανέλαβε τη δεκαετία του 90 με διαφορετικές επιτυχίες και στις χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας. 

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής: Σήμερα που τα δεδομένα πλέον έχουν άρδην μεταβληθεί, πού απευθύνεται και πού αποσκοπεί το ελληνικό πρόγραμμα της DW;

Σπύρος Μοσκόβου: Η θετική εικόνα που διασφάλισε ο σταθμός τον καιρό της δικτατορίας μας βοήθησε να περάσουμε στη νεώτερη ιστορίας μας και να γίνουμε από «φωνή της δημοκρατίας» ένα «παράθυρο στην Ευρώπη». Το 1989 ο μικρός σταθμός της Θεσσαλονίκης «Ράδιο Παρατηρητής» μας πρότεινε για πρώτη φορά να αναμεταδίδει ο ίδιος την ελληνική εκπομπή. Ήταν η πρώτη συνεργασία αυτού του τύπου για ολόκληρη τη DW, της οποίας στο μεταξύ η ακροαματικότητα στηρίζεται κατ’ εξοχήν σ’ αυτό το μοντέλο. Η ελληνική εκπομπή συνεργάζεται σήμερα με 42 ραδιοσταθμούς στην Ελλάδα και την Κύπρο που αναμεταδίδουν το πρόγραμμα μέσω δορυφόρου. Ο προνομιακός μας εταίρος στην Ελλάδα πάντως είναι από το 1990 και μέχρι σήμερα ο ΣΚΑΙ 100,3 και από πέρυσι και ο ΣΚΑΙ TV. Σκοπός του ημίωρου μεσημβρινού μαγκαζίνου μας σήμερα είναι να δείξει στον Έλληνα ακροατή πώς σκέπτεται και δρα ο Γερμανός πολίτης, ποια προβλήματα αντιμετωπίζει και πώς αναζητά λύσεις. Το ζητούμενο είναι η γνωριμία των διαφορετικών εθνικών προοπτικών, σαν βάση για την υπέρβαση και όχι για την ισοπέδωσή τους.

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής: Ποια είναι η εικόνα της Ελλάδας στη Γερμανία σήμερα; Τι παίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση αυτής της εικόνας; Τι θα μπορούσαμε να βελτιώσουμε και να διδαχθούμε από την ανάλογη προσπάθεια της Γερμανίας;

Σπύρος Μοσκόβου: Υπάρχει στη γερμανική κοινή γνώμη μια βαθύτερη και πολύ ανθεκτική θετική εικόνα της Ελλάδας, συνδυασμένη με το απώτατο παρελθόν, με τις απαρχές του ευρωπαϊκού πολιτισμού και τις αρχές της δημοκρατίας. Αναμφίβολα αυτή η εσωτερικευμένη μέσω της παιδείας εικόνα ενισχύεται και από την  εικόνα της σημερινής Ελλάδας ως φιλόξενης και ωραίας χώρας διακοπών. Πάνω σ’ αυτό το ίνδαλμα επικάθεται κάθε φορά και η παροδική εικόνα της ελληνικής πολιτικής επικαιρότητας. Σήμερα αυτή η δεύτερη, εξωτερική εικόνα προσδιορίζεται από μια αίσθηση αδυναμίας να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά τα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα της χώρας. Εξαρτάται από τους ίδιους τους Έλληνες και την πολιτική τους ηγεσία να την αλλάξουν μεταβάλλοντας πρώτα την ίδια την πραγματικότητα. Ποιος ξέρει, μπορεί να τα καταφέρουν, αν συνδυάσουν παραδοσιακές ελληνικές αρετές, όπως είναι η άνεση στον αυτοσχεδιασμό και η ευστροφία, με μερικές περισσότερο «πληκτικές», αλλά πολύ χρήσιμες γερμανικές αρετές: τη συνέπεια και τη συνέχεια.

September 30 2009

Βασίλης Καπετανγιάννης: Η Εικόνα μιας Χώρας Διαμορφώνεται κυρίως στο Εσωτερικό της

Tagged Under :

kapetangiannisΟ Βασίλης Καπετανγιάννης, Σύμβουλος Τύπου και Επικοινωνίας της πρεσβείας της Ελλάδας στην Ουάσιγκτον και πρώην Πρόεδρος της Ένωσης Ακολούθων Τύπου (1989-1993), παραχώρησε συνέντευξη στα μέλη της Ένωσης Ακολούθων Τύπου Ιουλία Λειβαδίτη και Νίκο Νενεδάκη.

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής: Η διδακτορική σας διατριβή στο Πανεπιστημίο του Λονδίνου (1986) είχε θέμα «Socio-Political Conflicts and Military Intervention: The Case of Greece, 1950 –1967». Τι κληρονομιές έχει αφήσει ο πολιτικός αυταρχισμός στην ελληνική πολιτική κουλτούρα;

Βασίλης Καπετανγιάννης: Έχει αφήσει σημαντικά «κατάλοιπα» που αντανακλώνται στους κρατικούς και κομματικούς μηχανισμούς, την πολιτική κουλτούρα και συμπεριφορά μας και γενικότερα στην κοινωνία, εξακολουθεί δε να τροφοδοτείται από τις αυταρχικές δομές παραδοσιακών τμημάτων και θεσμών της ελληνικής κοινωνίας, τόσο στα αστικά κέντρα όσο και στην επαρχία. Η εξάλειψη ή μείωση του φαινομένου θα έπρεπε να αποτελεί συνεχή επιδίωξη σε όλα τα επίπεδα: στο επίπεδο της πολιτικής πράξης και πρακτικής, της «κοινωνίας των πολιτών», της οικογένειας κ.τ.λ. Είναι σοβαρό πολιτικό και πολιτισμικό πρόβλημα.

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής: Είστε συνεργάτης και μεταφραστής πολλών βιβλίων του Νίκου Μουζέλη, ο οποίος έχει χαρακτηριστεί ως «ο εισηγητής του εκσυγχρονισμού» στην Ελλάδα. Γιατί είναι σημαντική η έννοια του εκσυγχρονισμού για την ελληνική πολιτική επιστήμη;

Βασίλης Καπετανγιάννης: Η έννοια του εκσυγχρονισμού είναι σημαντική για την εξάλειψη των αναχρονισμών και της αδράνειας της ελληνικής κοινωνίας, διότι συνεπάγεται την εφαρμογή αναγκαίων μεταρρυθμίσεων στην ελληνική πολιτεία, οικονομία και κοινωνία. Σ’ αντίθεση με ό,τι γενικά πιστεύεται, ο «εκσυγχρονισμός» δεν είναι όρος πολιτικά ουδέτερος. Μολονότι ως πολιτικό και κοινωνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων πιστεύω ότι τέμνει τους πιο σημαντικούς πολιτικούς και κομματικούς χώρους στη χώρα μας εν τούτοις, αναπόφευκτα, συνδέεται και αρθρώνεται με αξιακά συστήματα. Κατά συνέπεια, κάθε απόπειρα εφαρμογής εκσυχρονιστικού προγράμματος από κυβερνώντα κόμματα, αλλά και από άλλες διοικητικές ή κοινωνικές μονάδες, χρωματίζεται κατ’ ανάγκη από το πλαίσιο των ιδεολογικών και αξιακών παραδοχών και αναφορών μέσα στο οποίο καλείται να εφαρμοστεί και να λειτουργήσει, είτε αυτές ομολογούνται ευθέως είτε όχι. Η διαπίστωση αυτή είναι ακόμη πιο εμφανής στην περίπτωση συνεκτικών πολιτικών προγραμμάτων των οποίων η εφαρμογή προϋποθέτει τη συναίνεση και (συσ)στράτευση σημαντικών τμημάτων του πληθυσμού, προϋποθέτει δηλαδή τη δημιουργία συναίνεσης διαμέσου συγκρότησης πολιτικών και κοινωνικών συμμαχιών ικανών να οδηγήσουν έναν κοινωνικό σχηματισμό σε υψηλότερα και αποτελεσματικότερα επίπεδα πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής οργάνωσης. Γι αυτό, ενώ η διάγνωση των «κακώς κειμένων» είναι συνήθως λίγο-πολύ ταυτόσημη από τους πιο σημαντικούς πολιτικούς χώρους και από την επιστημονική ελίτ – ας επαναλάβω ότι ο εκσυγχρονισμός ως πολιτική ιδεολογία τέμνει πολλούς πολιτικούς χώρους – οι συνταγές όμως περί του πρακτέου και της κατεύθυνσης των μεταρρυθμίσεων που συνεπάγεται η ίδια η έννοια του εκσυγχρονισμού διαφέρουν. Για να μην μακρηγορώ θα υποστήριζα ότι σήμερα περισσότερο από ποτέ, λόγω της ανάγκης επαναπροσδιορισμού του κυρίαρχου οικονομικού πρότυπου παγκόσμια, των συσσωρευμένων προβλημάτων μας αλλά και της παθογένειας του πολιτικού μας συστήματος χρειάζεται να ανοίξει και πάλι ουσιαστική συζήτηση περί εκσυγχρονισμού και μεταρρυθμίσεων, περί του χαρακτήρα και της κατεύθυνσής τους. Είναι παρήγορο που ορισμένοι πολιτικοί, πολιτικοί και κοινωνικοί επιστήμονες ήδη το κάνουν.

Η έννοια λοιπόν είναι σημαντική διότι αφορά στο ίδιο το μέλλον της κοινωνίας και της χώρας μας. Η συζήτηση τόσο από τεχνική, επιχειρησιακή άποψη όσο και από πολιτική σχετικά με εκσυγχρονιστικές και μεταρρυθμιστικές προσπάθειες, τα εμπόδια που συναντούν και τα αίτιά τους, οι αναγκαίες προϋποθέσεις επιτυχίας τους, κ.τ.λ. έχει αρχίσει ήδη από την εποχή του Κωνσταντίνου Σημίτη και συνεχίζεται και σήμερα.

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής: Ο λαϊκισμός και οι πελατειακές σχέσεις υπήρξαν χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ελληνικής πολιτικής στη δεκαετία του ‘80. Αποτελούν ακόμη τροχοπέδη για τις όποιες προσπάθειες εκσυγχρονισμού της δημόσιας διοίκησης;

Βασίλης Καπετανγιάννης: Θα έλεγα ότι οι πελατειακές σχέσεις, η πολιτική πατρωνεία, προϋπήρχαν της δεκαετίας του ’80. Έχουν γραφεί τόσα πολλά και επαρκή, νομίζω, επ’ αυτού του θέματος. Μπορεί κανείς να τα αναζητήσει στα γραπτά του Μουζέλη αλλά και άλλων σημαντικών πολιτικών και κοινωνικών επιστημόνων μας. Λυπάμαι που δεν μπορώ να τους μνημονεύσω εδώ. Είναι πολύ σημαντική η συμβολή τους. Η βιβλιογραφία είναι αρκετά μεγάλη. Δεν ήταν όμως- και δεν είναι σήμερα, εν μέρει τουλάχιστον -φαινόμενο αποκλειστικά ελληνικό. Άλλαξε, βέβαια, και προσέλαβε νέες μορφές, γραφειοκρατικές και άλλες στη δεκαετία του ’80.

Ο λαϊκισμός στην ελληνική πολιτική πραγματικότητα συνδέθηκε με το ΠΑ.ΣΟ.Κ.  Πριν την άνοδό του στην εξουσία το 1981 με τον χαρισματικό Ανδρέα Παπανδρέου (το χάρισμα του αρχηγού και η απ’ ευθείας, θεσμικά αδιαμεσολάβητη σχέση του με τις «μάζες» ή το «λαό» είναι από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των λαϊκιστικών κινημάτων) διεξήχθη μια ενδιαφέρουσα συζήτηση και διαμάχη, στην οποία δημοσίως συμμετείχα με κείμενά μου. Στη συζήτηση εκείνη, που συνεχίστηκε και στη δεκαετία του ‘80 είχαν συμβάλει αξιόλογοι πολιτικοί όλου του πολιτικού φάσματος, πολιτικοί και κοινωνικοί επιστήμονες. Είχαν αντληθεί αναλογίες από λαϊκιστικά κινήματα άλλων χωρών (π.χ. της Λατινικής Αμερικής), αναλύθηκε μετέπειτα το φαινόμενο του «αυριανισμού». Όπως συμβαίνει αναλύοντας πραγματικές καταστάσεις η ελληνική περίπτωση είχε τις δικές της ιδιομορφίες. Για το λαϊκισμό η ξένη και ελληνική βιβλιογραφία είναι αρκετά εκτεταμένη.

Σήμερα, στο πολιτικό μας λεξιλόγιο, η έννοια χαρακτηρίζει μάλλον πολιτικές συμπεριφορές που έχουν εμφανή στόχο την πολιτική καταδημαγώγηση, παραπλάνηση, απόκρυψη, συγκάλυψη κ.τ.λ. Δεν αφορά σε κάποιο συγκεκριμένο πολιτικό κίνημα, μολονότι όλα τα κόμματα –διότι ο λαϊκισμός μπορεί να αρθρώνεται με διάφορες ιδεολογίες, «δεξιές» και «αριστερές»-έχουν ορισμένα χαρακτηριστικά του.

Και τα δυο αυτά φαινόμενα, οι πελατειακές σχέσεις και ο λαϊκισμός ως πολιτικές πρακτικές, υπήρξαν καταστροφικά για τη Δημόσια Διοίκηση από πολλές απόψεις. Οι επιπτώσεις τους είναι και σήμερα οφθαλμοφανείς. Ωστόσο, τα φαινόμενα αυτά, για αντικειμενικούς, δημοσιονομικούς και άλλους λόγους, έχουν κάπως υποχωρήσει. Θετικά βήματα έχουν γίνει και σ’ ορισμένους τομείς μάλιστα σημαντικά. Ωστόσο, όπου τα φαινόμενα αυτά εμφανίζονται με τις παλαιές τους ή νέες μορφές, ασφαλώς και αποτελούν τροχοπέδη στις όποιες προσπάθειες εκσυγχρονισμού της Δημόσιας Διοίκησης. Δεν συντάσσομαι μ’ αυτούς που μηδενίζουν τα πάντα και υποστηρίζουν ότι τίποτα δεν έχει γίνει ή δεν γίνεται. Αντίθετα, πιστεύω ότι πολλές και σημαντικές προσπάθειες έχουν καταβληθεί και στο παρελθόν από θαρραλέους πολιτικούς και καταβάλλονται στο επίπεδο της νομοθεσίας, των ελεγκτικών μηχανισμών και σε άλλα επίπεδα. Προσκρούουν, συνήθως, στο κράτος της «βαθιάς διοίκησης» και στην επικρατούσα παρωχημένη πολιτική κουλτούρα των κρατικών μηχανισμών αλλά και σημαντικών τμημάτων της πολιτικής μας τάξης και των ίδιων των πολιτών. Χρειάζεται μεγάλη και παρατεταμένη προσπάθεια για την ανατροπή της. Η «κρίσιμη μάζα» αποφασιστικής εκσυγχρονιστικής ώθησης στην ελληνική Δημόσια Διοίκηση δεν έχει ακόμη δημιουργηθεί.

Γι αυτό το λόγο η ιδεολογική και πολιτισμική μάχη υπέρ της εκσυγχρονιστικής μεταρρύθμισης εντός της Δημόσιας Διοίκησης, υπέρ της αλλαγής εμπεδωμένων στάσεων, νοοτροπιών, πρακτικών και δημόσιας ηθικής αποτελεί διαδικασία μακρά και σταδιακή. Πρέπει να δημιουργηθεί επαρκές «συμβολικό κεφάλαιο» και να κριθεί σε καθοριστικό βαθμό το θέμα της εμπιστοσύνης των πολιτών απέναντι στο κράτος. Οι πάντες διαπιστώνουν ότι ο μεγάλος ασθενής είναι το κράτος το οποίο υπηρετούμε και από το οποίο αντλούμε τα προς το ζην. Άρα, έχουμε κι εμείς μέρος της ευθύνης για την κατάσταση στην οποία βρίσκεται. Το ζητούμενο δεν είναι κάποια διοικητική ουτοπία αλλά μια πρακτική στρατηγική επίτευξης συγκεκριμένων εκσυγχρονιστικών στόχων. Μέχρι τότε θα εξακολουθήσει να επικρατεί σε σημαντικό βαθμό ο νόμος του Gresham: το κακό νόμισμα διώχνει το καλό. Αλλά, νομίζω, παραβιάζω ανοιχτές θύρες. Απλώς, θέλω να υπογραμμίσω ότι η μετάβαση σε μια νέα κατάσταση εξαρτάται και από εμάς τους ίδιους στο μέτρο του δικού μας χώρου. Διαφορετικά φοβάμαι πως η κατάληξη είναι πάντα γνωστή: plus ça change, plus c’ est la même chose.

kapForum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής: Υπήρξατε Πρόεδρος (1989-1993) και Γενικός Γραμματέας (1993-1995) της Ένωσης Ακολούθων Τύπου. Κατά πόσο είναι δυνατόν αιτήματα συνδικαλιστικού χαρακτήρα να συνδυάζονται με αιτήματα μεταρρύθμισης που αναφέρονται στο δημόσιο συμφέρον;

Βασίλης Καπετανγιάννης: Μπορούν αρμονικά να συνδυάζονται. Αυτός πρέπει να είναι διαρκής και έμμονος σκοπός μας.

Επιδίωξή μου ως προέδρου της Ένωσης Ακολούθων Τύπου στην περίοδο που αναφέρεστε, ήταν αφενός μεν η δημιουργία αξιοκρατικού, αξιόμαχου και υψηλού επιστημονικού επιπέδου κλάδου Ακολούθων Τύπου και αφετέρου η συγκρότηση μιας συνεκτικής επαγγελματικής ομάδας, όχι συντεχνιακής αλλά με ευρύτερες κοινωνικές ευαισθησίες, στόχους και ρόλο, με ευρύτερη επιρροή και αποδοχή παρά το μικρό της μέγεθος. Δεν εννοώ πρόσδεση σε κάποιο κόμμα ή κάποια συγκεκριμένη πολιτική ιδεολογία, αλλά τη δημιουργία συνείδησης και αντίστοιχης πρακτικής (συνδικαλιστικής και ευρύτερης δράσης και συμπεριφοράς) γύρω από την έννοια της υπηρέτησης του δημόσιου συμφέροντος και της διαμόρφωσης δημόσιας πολιτικής. Με ενδιέφερε η συλλογική μας συμπεριφορά και προοπτική, όχι οι ατομικές πολιτικές ή κομματικές τοποθετήσεις. Και πάλι δεν αναφέρομαι στον τυπικό όρκο μας ως δημοσίων υπαλλήλων αλλά στη συνείδηση και την πρακτική εξυπηρέτησης του δημόσιου συμφέροντος, το οποίο δεν εξαντλείται στην εξωτερική πολιτική αλλά σχετίζεται με πάρα πολλές όψεις της δουλειάς της ομάδας μας.

Ο πρώτος στόχος γενικά επετεύχθη με τη σύσταση και λειτουργία του Τμήματος Ακολούθων Τύπου στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης καθώς και την εμμονή μας στα θεσμικά του Κλάδου, που σήμερα έχουν φτάσει σε κάποιο ικανοποιητικό μεν αλλά ανεπαρκές σημείο. Διότι παραμένουν ανεπίλυτα βασικά θεσμικά θέματα στα οποία η Ένωση Ακολούθων Τύπου θα έπρεπε να δώσει μεγαλύτερη προσοχή και προτεραιότητα.

Πολλοί νέοι συνάδελφοι ελάχιστα γνωρίζουν για το χρόνο, τις συνθήκες αλλά και τους αγώνες και το σημαντικό προσωπικό τίμημα το οποίο πληρώθηκε για έναν στοιχειώδη εξορθολογισμό του Κλάδου Γραμματέων και Συμβούλων Επικοινωνίας, για τη δημιουργία της δημόσιας αυτής επαγγελματικής ομάδας. Ορισμένοι νέοι συνάδελφοι φαίνεται να πιστεύουν ότι τα πάντα έγιναν με παρθενογένεση κι κάποιοι μετέρχονται πρακτικές που πιστεύω ότι ανήκουν σε άλλη εποχή.

Ως προς το δεύτερο στόχο, με λύπη μου θα έλεγα ότι δεν έχει επιτευχθεί. Παλινδρομούμε. Επικρατεί σύγχυση, η δε συλλογική επαγγελματική και πολιτική μας κουλτούρα δεν έχει κατακτήσει το απαιτούμενο ποιοτικό επίπεδο. Οι διαπιστώσεις αυτές αντανακλώνται στη συμπεριφορά μας, συνδικαλιστική και άλλη… Φυσικά, μέσα στις γραμμές μας υπάρχουν αντίθετες απόψεις και αντίρροπες τάσεις. Γενικεύω, όμως, διότι κάθε επαγγελματική ομάδα χαρακτηρίζεται συνήθως από την επίσημη δημόσια συλλογική της έκφραση. Θα βοηθούσε ίσως κάποια εσωτερική συζήτηση για την ταυτότητά μας, που διέρχεται εμφανή κρίση, καθώς και τις θεσμικές-επαγγελματικές προοπτικές μας. Είναι καιρός.

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής: Έχετε αρθρογραφήσει για χρόνια στην «Καθημερινή» σε διεθνή και πολιτικά θέματα (1988-2001), έχετε γράψει σε ξένα βιβλία και περιοδικά για το πολιτικό σύστημα της χώρας μας, έχετε συστηματικά δημοσιεύσει βιβλιοκρισίες για ελληνικά και ξένα βιβλία πολιτικής επιστήμης, εξωτερικής πολιτικής, ιστορίας κ.τ.λ. σε ελληνικές εφημερίδες και περιοδικά (μέχρι πρόσφατα στη «Βιβλιοθήκη» της «Ελευθεροτυπίας»), είστε μεταφραστής του Eric Hobsbawm και έχετε διατελέσει αρθρογράφος και αρχισυντάκτης εξωτερικών θεμάτων στο περιοδικό «Αντί» (1989-1996). Το ερώτημα είναι: στην Ελλάδα παρακολουθούμε με επάρκεια τις ευρωπαϊκές και τις διεθνείς εξελίξεις; Μας βοηθά η πληροφόρηση που έχουμε για τη διαμόρφωση προτεραιοτήτων της εξωτερικής μας πολιτικής;

Βασίλης Καπετανγιάννης: Ως προς την εισαγωγή της ερώτησης αυτής, πράγματι, αναδιφώντας το αρχείο μου δεν μπορώ να πιστέψω πότε έβρισκα το χρόνο για διάβασμα και τόση, σχετικά εκτενή, συγγραφική δραστηριότητα, δεδομένων των επαγγελματικών μου και άλλων υποχρεώσεων. Mέσα από διάφορες μορφές κειμένων προσπαθούσα να διατυπώνω προσεκτικά αλλά σαφώς τις απόψεις μου για τα δημόσια πράγματα, ενθάρρυνα δε πάντα τους (τις) συναδέλφους μου να έχουν δημόσια παρουσία στον ιδιαίτερο τομέα τους. Αρκετοί συνάδελφοι είχαν και έχουν σήμερα μια τέτοια αξιόλογη παρουσία. Κι αυτό πιστεύω ότι αντανακλά στο κύρος του κλάδου και της δουλειάς μας.

Δεν θα μπορούσα να αποφανθώ σχετικά με την επάρκεια της παρακολούθησης των ευρωπαϊκών και διεθνών εξελίξεων. Γεγονός είναι ότι οι πηγές σήμερα είναι άφθονες και ποικίλες. Χρειάζεται ίσως περισσότερη συστηματοποίηση και εστίαση στην παρακολούθηση, ίσως και καλύτερη αξιολόγηση των χρήσιμων πηγών. Πρέπει να γίνουν πιο πολλά βήματα στην αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών και των λεγόμενων «κοινωνικών Μέσων». Από την άλλη μεριά, είμαι απολύτως βέβαιος ότι η πληροφόρηση μπορεί να βοηθήσει σημαντικά στη διαμόρφωση των προτεραιοτήτων της εξωτερικής μας πολιτικής, αρκεί να υπάρχει το κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο – και το κατάλληλο έμψυχο υλικό – για την επεξεργασία και αξιοποίηση της πληροφορίας αυτής που η ποσότητα και ποιότητά της, από πληθώρα πηγών, δεν έχει σήμερα ιστορικό προηγούμενο. Ωστόσο, η πληροφόρηση δεν πρέπει να συγχέεται με τη γνώση που η κατάκτησή της προϋποθέτει διαφορετικές διαδικασίες και κανόνες.

Σε τι επαναστατική εποχή βρισκόμαστε στον τομέα της πληροφορίας, ο κλάδος μας, τουλάχιστον, το γνωρίζει καλύτερα από κάθε άλλον. Όπως το γνωρίζουν κι άλλοι φορείς, όπως π.χ. οι λεγόμενες «δεξαμενές σκέψης», πανεπιστημιακά τμήματα, όσοι εργάζονται στο χώρο των media, κ.τ.λ. Περιθώρια βελτίωσης και καλύτερης συνεργασίας μεταξύ όλων αυτών των παραγόντων πάντα υπάρχουν.

Τελικά, βέβαια, την ορατή επιφάνεια αποτελούν οι πολιτικές αποφάσεις και η εφαρμογή τους. Αυτές παράγουν αποτελέσματα και αντιδράσεις στο δημόσιο χώρο, εσωτερικό και εξωτερικό. Θα πρέπει να μας ενδιαφέρει το πώς διαμορφώνονται και ποιος είναι ρόλος της πληροφορίας, υπό τους ανωτέρω όρους, στην τελική τους αποτύπωση. Γι αυτό επιδίωξή μας πρέπει να είναι διττή: η αναγνώριση και εμπέδωση του αναντικατάστατου ρόλου του κλάδου στη συλλογή, αξιολόγηση, επεξεργασία και μετάδοση της πληροφορίας, καθώς και η προβολή της εικόνας της χώρας μας στο εξωτερικό.

dddForum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής: Έως τώρα έχετε υπηρετήσει ως Σύμβουλος Τύπου και Επικοινωνίας στις διπλωματικές αποστολές της Ελλάδας στο Λονδίνο, το Δουβλίνο, τις Βρυξέλλες, και τώρα στην Ουάσινγκτον. Διαφοροποιούνται και πόσο οι κατά τόπους προσλήψεις της Ελλάδας; Ποια είναι τα δυνατά σημεία της χώρας μας;

Βασίλης Καπετανγιάννης: Σαφώς και υπάρχουν οι κατά τόπον διαφοροποιήσεις αναφορικά με τις προσλαμβάνουσες και τα στερεότυπα της χώρας μας. Συμβαίνει με όλες τις χώρες. Ωστόσο, τα γενικά χαρακτηριστικά των προσλήψεων είναι μάλλον λίγο-πολύ τα ίδια. Έχουν κατά κόρο αναφερθεί σε πολλές μελέτες.

Γεγονός είναι ότι οι παραδοσιακές προσλήψεις εμπλουτίστηκαν με νέα «σύγχρονα» στοιχεία, μετά την επιτυχή τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας το 2004. Δεν έχω συναντήσει κάποιον που να το αμφισβητεί. Εκ των πραγμάτων, πείστηκαν ακόμη και οι πιο δύσπιστοι. Seeing is believing που λένε.

Γεγονός επίσης είναι ότι η εικόνα κάθε χώρας διαμορφώνεται κυρίως στο εσωτερικό της. Δυστυχώς, καμιά «επικοινωνία» δεν μπορεί να ωραιοποιήσει ή να ανατρέψει, πολλές φορές δε και να ελαχιστοποιήσει τις επιπτώσεις δυσάρεστων και αρνητικών φαινομένων που παράγονται εντός της χώρας. Ας ελπίζουμε ότι τα θετικά μας επισκιάζουν τα αρνητικά μας κι ότι εδραιώνουν όλο και περισσότερο μια θετική και σύγχρονη εικόνα για τη χώρα μας. Πρόσφατο παράδειγμα το νέο Μουσείο της Ακρόπολης, που προσέλκυσε παγκόσμια θετική έως διθυραμβική δημοσιότητα.

Δυνατά σημεία της χώρας μας-25η πλουσιότερη χώρα στον κόσμο, ας μην το ξεχνάμε-δεν είναι μόνο τα στοιχεία που αποτελούν το παραδοσιακό και το πιο σύγχρονο τουριστικό της προϊόν, η ποιότητα ορισμένων προϊόντων της, η αριστεία πολλών τέκνων της, κ.τ.λ. αλλά και ο πολιτισμός της, η γεωπολιτική της θέση και ο ρόλος της στην ευρύτερη περιοχή. Παρά τις άναρχες, άτακτες και άνομες συχνά όψεις του πολιτικού και κοινωνικού μας βίου, η χώρα μας είναι δημοκρατική (όσο ποτέ άλλοτε στην ιστορία της), ειρηνική, σταθερή και ευημερούσα με αξιοζήλευτες επιδόσεις σε πολλούς τομείς, φάρος και ηγετική δύναμη στην ευρύτερη περιοχή της, με ισχυρούς φίλους και ισχυρές συμμαχίες παγκόσμια. Πράγματα γνωστά. Δεν είναι τυχαίο που ο Αμερικανός πρέσβης στην Ελλάδα είπε σε πρόσφατη ομιλία του – ίσως με κάποια δόση υπερβολής- ότι «όταν μιλάμε για την Ελλάδα στην περιοχή της, μιλάμε για υπερδύναμη».

Αλλά, επιτρέψτε μου να προσθέσω ότι για να «επικοινωνήσουμε» τη χώρα μας και τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα πρέπει να την αγαπάμε και ταυτόχρονα, ακριβώς γι αυτό το λόγο, να είμαστε οι πιο αυστηροί κριτές της ζητώντας τη συνεχή βελτίωσή της σε πολλούς τομείς. Κι είναι τόσα στα οποία θα μπορούσαμε να σημειώσουμε θεαματική βελτίωση, με αφετηρία τη δική μας δουλειά και απόδοση. Σημασία έχει τι κάνουμε εμείς για τι χώρα μας, διότι συχνά και μας απογοητεύει και μας «πληγώνει». Η στάση αυτή, πιστεύω, έχει ιδιαίτερη σημασία και βαρύτητα σε περιόδους κρίσης, όπως η σημερινή, όπου διάφορα μικρο και μεγα-συμφέροντα και συντεχνιακές ομάδες προσπαθούν να διατηρήσουν ή να ενισχύσουν τη θέση τους σε βάρος του συνόλου. Διότι η κρίση έχει χαμένους αλλά και κερδισμένους. Η κυβερνητική πολιτική ή οι προτάσεις των κομμάτων της αντιπολίτευσης είναι ένα άλλο θέμα.

Θα πρέπει, όμως, όσοι τουλάχιστον αντιλαμβάνονται τους κανόνες της πολιτικής διαδικασίας και των πολιτικών συσχετισμών, καθώς και τους όρους κάτω από τους οποίους οι κοινωνικοί σχηματισμοί συγκροτούνται, διατηρούνται και μετασχηματίζονται, να είναι ρεαλιστικοί ως προς τις προσδοκίες. Βρισκόμαστε ίσως ως κοινωνία σε ένα από εκείνα τα κρίσιμα κομβικά σημεία, που για να διατηρήσουμε το σύνολο των κατακτήσεων και των επιτεύγματων μας αλλά και για να κατακτήσουμε νέα επίπεδα εκσυγχρονισμού και προόδου προς όφελος του κοινωνικού συνόλου, χρειαζόμαστε ριζικές μεταρρυθμίσεις σε όλους τους τομείς, μια νέα δυνατή εκσυγχρονιστική ώθηση. Πρόκειται, κατά την άποψή μου, για ιστορικής σημασίας πολιτική, πολιτισμική και ιδεολογική προσπάθεια που δεν μπορεί να τελεσφορήσει βραχυχρόνια. Αλλά αξίζει να στρατευθεί κανείς σ’ αυτήν.

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής: Οι διπλωματικοί υπάλληλοι εν γένει έχουν ως κύρια αποστολή τους χειρισμούς που αφορούν στην εξωτερική πολιτική ενώ οι Σύμβουλοι Τύπου και Επικοινωνίας οφείλουν να δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στην παρουσίαση όλων των πλευρών της ελληνικής, κοινωνίας, πολιτικής και πολιτισμού. Ποια είναι η ιδανική ισορροπία ανάμεσα στα δύο αυτά καθήκοντα και τις αντίστοιχες νοοτροπίες;

Βασίλης Καπετανγιάννης: Ιδανικές ισορροπίες δεν υπάρχουν. Διαμορφώνονται στην πράξη και κατά συνέπεια υπάρχουν διαφοροποιήσεις ανά περίπτωση. Αυτονόητο είναι ότι επιβάλλεται η αρμονική, καρποφόρα και αποτελεσματική συνεργασία των συντελεστών αυτών της δημόσιας παρουσίας της χώρας στο εξωτερικό. Το επιβάλλει το συμφέρον της χώρας. Διότι, η εικόνα της χώρας μας δεν εξαρτάται μόνο από την «επικοινωνία» αλλά και από τη συμπεριφορά, τη δράση, την παρουσία, την αποτελεσματικότητα κ.τ.λ. όλων των δημόσιων φορέων της χώρας στο εξωτερικό. Δεν υπάρχει, όμως, αμφιβολία ότι το μεγαλύτερο, αν όχι το αποκλειστικό, βάρος για την ολόπλευρη και αποτελεσματική προβολή όχι μόνο της εξωτερικής μας πολιτικής αλλά όλων των πτυχών της κοινωνίας μας στο εξωτερικό πέφτει εκ των πραγμάτων στους ώμους της δικής μας Υπηρεσίας. Γι αυτό και η ευθύνη μας είναι πολύ μεγάλη.

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής: Στις ΗΠΑ διεξάγεται εδώ και χρόνια μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση για τη δημόσια διπλωματία. Στην Ελλάδα ενώ πολύ συχνά αναφέρονται προβληματισμοί για την εικόνα της χώρας, στο εξωτερικό, λείπει η ενίσχυση (οργανωτική, θεσμική, οικονομική) δράσεων δημόσιας διπλωματίας. Υπάρχουν περιθώρια αισιοδοξίας;

Βασίλης Καπετανγιάννης: Πράγματι, στις ΗΠΑ διεξάγεται μια πολύ σοβαρή συζήτηση για τη δημόσια διπλωματία. Υπάρχουν πολλά στοιχεία γι΄αυτό στο forum της ΕΝΑΤ και θα ήταν περιττό να τα επαναλάβω εδώ ή να προσπαθήσω να τα εμπλουτίσω. Περιορίζομαι να σημειώσω ότι η πρόσφατα διορισθείσα αρμόδια Υφυπουργός Judith McHale (με πολύ επιτυχημένη σταδιοδρομία στον ιδιωτικό τομέα) υποστήριξε ότι η διάσταση της δημόσιας διπλωματίας, για να παράγει αποτελέσματα, θα πρέπει να είναι ενσωματωμένη σε κάθε μείζονα απόφαση εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής. Η post festum εφαρμογή δράσεων δημόσιας διπλωματίας συνήθως δεν είναι καθόλου αποτελεσματική, αν δεν είναι αντιπαραγωγική.

Δεν θα ήθελα να προσεγγίσω την ελληνική κατάσταση από τη σκοπιά της αισιοδοξίας ή απαισιοδοξίας. Προέχει να συνεχιστούν οι προσπάθειες, οι δικές μας και άλλων φορέων, ούτως ώστε να συνειδητοποιηθεί στο μέγιστο δυνατό βαθμό η σημασία της διάστασης αυτής από κρατικούς και μη φορείς και να ληφθούν αρχικά κάποια μέτρα αναγκαίου συντονισμού για να προχωρήσουμε στη συνέχεια, σταδιακά με τη δέουσα προσοχή, επωφελούμενοι της μεγάλης πλέον εμπειρίας των άλλων χωρών, σε θεσμικές διευθετήσεις που θα δώσουν διάρκεια και σταθερότητα. Βεβιασμένες και απρογραμμάτιστες ενέργειες, κινήσεις «μαθητευόμενων μάγων» βλάπτουν συνήθως παρά ωφελούν. Χρειάζεται προγραμματισμός, συντονισμός, συλλογική δράση και σοβαρότητα.

Οι δράσεις της Ένωσης Ακολούθων Τύπου ως προς αυτό είναι καθ’ όλα αξιόλογες και έχουν σαφή στοχοθέτηση, γι αυτό αξίζει να ενισχυθούν. Άλλωστε, είναι φανερό ότι ήδη τυγχάνουν ευρύτερης αναγνώρισης, τουλάχιστον στο χώρο των επαϊόντων.

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής: Πόσο σημαντική είναι η ερευνητική δραστηριότητα για την Ελλάδα σε ξένα κέντρα ερευνών και η δημόσια διπλωματία των ελληνικών Think Tanks;

Βασίλης Καπετανγιάννης: Είναι εξαιρετικά σημαντική και αναγκαία τόσο η ερευνητική δραστηριότητα όσο και η δημόσια διπλωματία των «δεξαμενών σκέψης». Εκ των ουκ άνευ. Παρουσία υπάρχει και στους δυο τομείς. Χρειάζεται περισσότερη και εντονότερη. Είναι, νομίζω, θέμα πόρων, προγραμματισμού, συνεργασίας, συγκεκριμένων στόχων. Αποτελεί ευρύτατο πεδίο δράσης. Απομένει να αξιοποιηθεί στο έπακρο. Θα ωφελήσει δε τα μέγιστα τόσο τους συγκεκριμένους φορείς όσο και την ίδια τη χώρα.

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής: Κάποιο γενικό Συμπέρασμα από όλα αυτά;

Βασίλης Καπετανγιάννης: Πολλά αυτονόητα νομίζω. Θα επικαλεστώ μόνο δύο πρόσφατες μαρτυρίες, όψεις του ίδιου νομίσματος:

“….Τι άλλο με ξάφνιασε; Ότι ο Έλληνας είναι πολύ σκληρός με την Ελλάδα. Άδικα σκληρός, με πολύ φαγωμάρα, πολύ κριτική. Δείχνει να μην αγαπά τη χώρα που ζει”-Χενκ Τεν Κάτε, προπονητής του ΠΑΟ, Η Καθημερινή, Κυριακή 17.5.2009

“Η νοοτροπία του κρατισμού και του λαϊκισμού παραμένει βαθιά ριζωμένη στην ελληνική κοινωνία. Διαπερνά και τα δυο μεγάλα ελληνικά πολιτικά κόμματα”-Γιώργος Αλογοσκούφης, πρώην Υπουργός Οικονομίας, ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 28.6.2009

August 10 2009

Γιώργος Χουλιάρας: Η Σύγχρονη Ελλάδα Προέκυψε από την Ποίηση

Tagged Under :

chouliaras1Λυπάσαι που δεν προλάβαμε καθόλου
να συναντηθούμε πριν μου γράψεις
αποχαιρετώντας κάθε ελπίδα γνωριμίας
Λυπάμαι έναν τόσο σύντομο χωρισμό
που αποκλείεται κανείς να θυμάται
Λυπάσαι που δύο γράμματα ταυτόχρονα
διέσχισαν την απόσταση που μας χωρίζει
διπλασιάζοντας την απομάκρυνσή μας
Λυπάμαι που αν είμασταν μαζί
δεν θα υπήρχε ούτε ένα γράμμα

Από τη συλλογή Γράμμα (1995)

Ο ποιητής και Σύμβουλος Τύπου και Επικοινωνίας της πρεσβείας της Ελλάδας στo Δουβλίνο Γιώργος Χουλιάρας, παραχώρησε συνέντευξη στα μέλη της Ένωσης Ακολούθων Τύπου Νίκο Νενεδάκη και Αθηνά Ρώσσογλου.

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής: Η εμπειρία της “εξορίας”, η περιπλάνηση, και η προσπάθεια της μετάφρασης είναι κοινά μοτίβα για τον διπλωμάτη και τον συγγραφέα – ποιητή;

Γιώργος Χουλιάρας: Η διπλωματία – ιδίως στη δημόσια εκδοχή της, την οποία υπηρετούν οι σύμβουλοι επικοινωνίας – μπορεί να παραλληλισθεί με μια διαδικασία μετάφρασης μεταξύ χωρών, πολιτικών και πολιτισμών. Η “μετάφραση” αυτή επιτελείται στην “εξορία” μιας άλλης χώρας όπου βρίσκονται όσοι την υλοποιούν κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή της “περιπλάνησής” τους. Από την άλλη πλευρά, η ποίηση και γενικότερα η γραφή οδηγούν σε μια εκτός των ορίων της καθημερινής χρήσης της γλώσσας εσαεί προσωρινή αποπλάνηση, στην οποία συνενέχονται όσοι επιχειρούν να μεταφράσουν τη ζωή σε λέξεις, γράφοντας, και όσοι μεταφράζουν τις λέξεις σε ζωή, διαβάζοντας. Τα μοτίβα αυτά επιβεβαιώνονται από γνωστές περιπτώσεις ανθρώπων όπως ο Saint-John Perse, ο Γιώργος Σεφέρης, ο Octavio Paz ή ο Homero Aridji.

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής: Να βρούμε τον εαυτό μας, να ζήσουμε αυθεντικά, να έχουν οι πράξεις μας νόημα, για να συναντηθούμε. Ή να τα αρνηθούμε συνειδητά αυτά, να αμφιβάλλουμε. Η ποίηση ανοίγει δρόμους σε ένα κόσμο που «all that is solid melts into air»;

Γιώργος Χουλιάρας: Υποθέτουμε ότι όλοι θέλουν να ζήσουν αυθεντικά. Η αυθεντικότητα όμως καθίσταται μια επισφαλής δοξασία καθώς συγγενεύει με την αυθεντία και παραπέμπει σε κάθε είδους αφεντικά, που περιλαμβάνουν και την αφεντιά μας. Αντιθέτως, δεν υπάρχει συνείδηση χωρίς άρνηση. Βάλλοντας προς κάθε πλευρά, η αμφιβολία ελέγχει αστήρικτες βεβαιότητες. Οι δυσκολίες προκύπτουν στην ανασύνθεση. Επειδή η ποίηση είναι ασυνήθιστα χειρωνακτική εργασία, η οποία παράγει χειροπιαστά αποτελέσματα που αντιστοιχούν στην υλικότητα γλωσσολογικά συμβατικών σημείων και λέξεων, αν η κριτική διάθεση δεν υφίσταται η ίδια κριτική, τότε κάθε δημιουργία γίνεται αδιανόητη. Επομένως, τον χώρο της ποίησης διατρέχει μια άρνηση της άρνησης. Ένα ποίημα, αυτό που ποιείται δηλαδή, δεν αξιολογείται βάσει όσων πρεσβεύει. Η δραστικότητά του εξαρτάται από το πώς είναι γραμμένο. Αν κάτι μπορεί να ειπωθεί με άλλο τρόπο, το ποίημα περισσεύει. Εντούτοις, δεν εξαντλείται με το πώς λέγεται, γιατί έχει σημασία το τι λέγεται. Με άλλα λόγια, ο γρίφος της γραφής αναπαράγει τη συνεχώς προβληματική και αδιάκριτη σχέση μορφής και περιεχομένου. Δρόμους στην εποχή μας βέβαια ανοίγουν εκσκαφείς και εργολάβοι. Η ποίηση αποτελεί μέθοδο αναζήτησης που καταφάσκει εν αμφιβολία.

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής: Σημειώνετε κάπου ότι η ποίηση έπαιξε κρίσιμο ρόλο κατά την ελληνική εθνογένεση. Στην ρομαντική εποχή η ποίηση μετείχε αποφασιστικά στην πολιτική αγωγή. Ποιος ο ρόλος της σήμερα;

Γιώργος Χουλιάρας: Μπορεί πράγματι να πει κανείς ότι η σύγχρονη Ελλάδα προέκυψε από την ποίηση, αναβιώνοντας τον μύθο της γέννησης της θεάς Αθηνάς. Τροχισμένη σε ευρωπαϊκά απελευθερωτικά άσματα, η κόψη του Σολωμού συνάντησε την όψη του Κάλβου στα παλίμψηστα τεφτέρια δημοτικών τραγουδιών, βυζαντινών ύμνων και αρχαίων ελλήνων ποιητών.  Ασφαλώς, όπως όλες οι συνόψεις, έτσι και αυτή επικαλύπτει ποταμούς αίματος σε συγκρούσεις με τους κρατούντες, αλλά και εμφύλιες διαμάχες. Οι αγωνιστές της εποχής πάντως ήξεραν καλά το ποίημα. Στην πρώτη διακήρυξη προς ευρωπαϊκές αυλές και γκουβέρνα της εποχής, οι υπεύθυνοι επικοινωνίας, θα λέγαμε σήμερα, της Μεσσηνιακής Γερουσίας υπογράμμισαν την «ποιητική υποχρέωση» της Ευρώπης να στηρίξει τον ελληνικό αγώνα για ανεξαρτησία. Μαζικά κύματα φιλελληνισμού έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στην εξέγερση. Αποτελεί ίσως κατάλοιπο του φαινομένου αυτού ότι θεωρούνταν κάποτε συλλήβδην ανθέλληνες όσοι διαφωνούσαν μαζί μας λόγω διαφορετικών συμφερόντων.

Οι ρομαντικοί δεν εξαφανίστηκαν με το τέλος του ρομαντισμού, όπως γνωρίζουν οι ανθοπώλες, καθώς ούτε με την παγκοσμιοποίηση εξέλιπαν τα εθνικά κράτη, όπως θα έπρεπε να γνωρίζουν οι θεράποντες των διεθνών σχέσεων ακόμη και σε μεγάλες χώρες. Η ενασχόληση με την ποίηση βέβαια εξακολουθεί να ερεθίζει μια ρομαντική διάθεση. Όσο ελπιδοφόρο όμως και αν είναι αυτό για την προσωπική ζωή των ποιητών, βραχυκυκλώνει συνήθως νευρώνες που επικεντρώνονται στην πρόσληψη ποιημάτων ή στην κατανόηση του ρόλου της ποίησης. Τον καιρό του Ομήρου, αλλά και των τροβαδούρων, η ποίηση αποτελούσε ψυχαγωγία, δηλαδή, μαζικό μέσο αγωγής της ψυχής για πληβείους και ευπατρίδες, απάτριδες και πρώιμους πατριώτες. Την εποχή του ρομαντισμού και των εθνικών κινημάτων η ποίηση ήταν μια απόλαυση που εμψύχωνε. Τον καιρό του ατόμου και της ατομικής βόμβας, στην ατομική εποχή, σκοπός του έργου τέχνης είναι η κατάργηση της μοναξιάς, έχει πει  ο Νίκος Εγγονόπουλος, προσθέτοντας ότι η ζωή του ήταν αφιερωμένη στη ζωγραφική και την ποίηση γιατί παρηγορούν και διασκεδάζουν.

Πριν αναδειχθούν στην πιο αφηρημένη έκφραση της ανθρώπινης ευφυΐας, τα μαθηματικά φαίνεται να αναπτύχθηκαν με πρακτικές χρήσεις αριθμών και μεγεθών, από την ανάγκη να εκτιμηθεί η επιφάνεια μιας έκτασης ή να καταγραφεί η αποθηκευμένη σοδειά. Με ανάλογο τρόπο, πρακτικές χρήσεις της γλώσσας ανέδειξαν αφαιρετικά την ποίηση ως είδος του λόγου κατάλληλο για παράσταση και ανάγνωση αργότερα, όταν διαμορφώθηκαν ξεπηδώντας από την ποίηση άλλα είδη, όπως το θέατρο και η πεζογραφία, και αφού πια είχαν γενικευτεί τυπογραφία και αλφαβητισμός. Σήμερα η ποίηση αποτελεί μοναδικό τρόπο έρευνας των υπόρρητων διαδικασιών της γλώσσας και της απορίας που συνιστά η ανθρώπινη ζωή. Όπως κάθε έρευνα ή εξειδικευμένη ενασχόληση, η απόλαυση της ποίησης απαιτεί προπαιδεία. Παράλληλα όμως το καλλιτεχνικό έργο εμπεριέχει το δημοκρατικό αίτημα της πρόσληψής του από κάθε άτομο που θα του αφιερωθεί. Η αφιέρωση αυτή αποτελεί κρυφή πολιτική αγωγή όταν μάλιστα κίνδυνο για τη δημοκρατία αποτελεί η ιδιωτεία.

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής: Πόσο η ποίηση είναι υπόθεση μιας γλώσσας; Είναι εθνική υπόθεση; Πόσο η υποκειμενικότητα, ο αναστοχαζόμενος εαυτός, είναι εθνική υπόθεση;

Γιώργος Χουλιάρας: Η ποίηση είναι συγχρόνως παγκόσμια υπόθεση και υπόθεση μιας γλώσσας, στην επαρχία της οποίας αναπτύσσεται. Παρά τη νομαδική διάθεση πολλών ποιητών, η καλλιέργεια της γλώσσας που συνδέεται με την ποίηση, είναι γεωργικού τύπου ασχολία, όπως όλες οι καλλιέργειες. Συγγενικού τύπου αντιδιαστολή προκύπτει εξετάζοντας το ζήτημα από την πλευρά της μετάφρασης. Επειδή ο ποιητικός λόγος μεταφράζεται δύσκολα, ακούγεται σωστή η παρατήρηση του Ρόμπερτ Φροστ ότι ποίηση είναι ό,τι δεν μεταφράζεται. Ταυτόχρονα όμως η ποίηση είναι μεταφράσιμη, ακριβώς γιατί αποτυπώνεται σε μια γλώσσα, δηλαδή στο ιδίωμα μιας ανθρώπινης κοινότητας, όπου εξ ορισμού εμφιλοχωρεί η μετάφραση. Η γλώσσα του ποιητή είναι προσωπική, όχι ιδιωτική. Ιδιωτικές και τεχνητές γλώσσες μέχρι στιγμής τουλάχιστον δεν έχουν παράγει ποίηση, αν και λογοτεχνικοί κραδασμοί ανιχνεύονται σε όλα τα κείμενα και συστήματα σημείων. Δυνητικά ποίηση μπορεί να γραφεί με κώδικα Μορς, ενώ το Twitter προσκαλεί σε χαϊκού και αποφθέγματα έως 140 χαρακτήρες. Ίσως χρειάζεται να κατανοήσουμε την ποίηση βιολογικών ειδών πέραν του ανθρώπου πριν μπορέσουμε να προγραμματίσουμε ηλεκτρονικούς υπολογιστές-ποιητές.

Ο πολιτισμός δεν είναι αυτοφυής υπόθεση, αλλά αποτέλεσμα ιστορικών οσμώσεων, συγκρούσεων, επιρροών, δανεισμών και κάθε άλλης ενέργειας που χαρακτηρίζει την ανθρώπινη δράση. Η ποίηση παραμένει εθνική υπόθεση με τον ίδιο τρόπο που υπόθεση μιας χώρας είναι τα φυτά και τα ζώα που ριζώνουν ή κινούνται στην επικράτειά της. Από μία άποψη, είναι δικά της. Από μία άλλη, χλωρίδα και πανίδα δεν ανήκουν σε κανέναν ή ανήκουν στον κόσμο (τους). Είναι θετικό ασφαλώς όταν αισθήματα συναισθηματικής ιδιοκτησίας οδηγούν σε συνείδηση και πράξεις προστασίας του περιβάλλοντος, φυσικού ή πνευματικού. Είναι αρνητικό όταν αποτελούν πρόφαση κυριαρχίας και καταστροφής. Ό,τι αναπτύσσεται σε μια χώρα είναι πολύτιμο για την ίδια ακόμη και όταν αδυνατεί να το διαχειρισθεί. Όταν το άτομο έχει δυσκολία να χειρισθεί την υποκειμενικότητά του, πώς θα το έκανε αυτό μια χώρα; Τελικά όμως κάθε τόπος δεν είναι τίποτε άλλο παρά οι άνθρωποι που τον συγκροτούν, με την ασίγαστη διαπάλη και συνεργασία τους.

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής: Η New School for Social Research, στην οποία φοιτήσατε, αποπειράται να γεφυρώσει την ευρωπαϊκή κριτική θεωρία με τον αμερικανικό πραγματισμό. Τι είναι για σας η Ευρώπη? Και τι η Αμερική;

Γιώργος Χουλιάρας: Το Πανεπιστήμιο στην Εξορία (University in Exile), που δημιουργήθηκε στη Νέα Υόρκη ως καταφύγιο από το χιτλερικό καθεστώς ανθρώπων όπως η Hannah Arendt, υπήρξε εξαρχής Μεταπτυχιακή Σχολή πανεπιστημίου που είχε ιδρύσει με άλλους ο John Dewey. Παρά τους αντίστροφους φιλοσοφικούς προσανατολισμούς, επρόκειτο για σύντηξη αμερικανικού κριτικού πνεύματος και ευρωπαϊκού πραγματισμού. Στον ερεθισμό που προκάλεσαν ευρωπαίοι διανοητές έχει αναφερθεί και ο Μάρλον Μπράντο, που μεταπολεμικά βρέθηκε για ένα χρόνο εκεί. Εκείνη την εποχή η Νέα Υόρκη, που δεν θα μπορούσε να είναι πρωτεύουσα των Ηνωμένων Πολιτειών, διεκδίκησε τον ρόλο πολιτιστικής πρωτεύουσας του κόσμου και τον απέσπασε από το Παρίσι, που τον είχε διατηρήσει κατά το πρώτο ήμισυ του εικοστού αιώνα. Η Νέα Υόρκη, το Όρεγκον και η Καλιφόρνια, η Βοστώνη και η Ουάσιγκτον διαφέρουν μεταξύ τους τουλάχιστον όσο η Δανία από την Ελλάδα. Οι διαφορές αυτές εξαφανίζονται όταν η “Αμερική” αποτελεί μαύρο κουτί για τους Ευρωπαίους, όπως και η “Ευρώπη” για τους Αμερικανούς. Είμαστε όλοι τυφλοί και περιγράφουμε τον ελέφαντα από το μέρος του σώματός του που αγγίζουμε, σύμφωνα με το ινδικό παραμύθι. Ως συνήθως, η ημιμάθεια είναι χειρότερη από την άγνοια. Αξιοπρόσεκτο πάντως δεν είναι μόνο ότι η συγγένεια των δύο πλευρών υποκρύπτει αντιθέσεις, αλλά ότι επικρατεί σύγκλιση. Η μετατόπιση σήμερα των Αμερικανών από την Ευρώπη αντιστοιχεί σε δύο βασικά προβλήματα: τη δανειοδοτική εξάρτηση των ΗΠΑ, μέσω ομολόγων, από την Κίνα και την προσπάθεια να απομακρυνθούν από το στόχαστρο του ισλαμικού κόσμου. Εκατέρωθεν ιδρυτικοί μύθοι υπήρξαν διαφορετικοί. Διαφέρει η συνείδηση του ρόλου του κράτους, αν και οι ΗΠΑ είναι κράτος παλαιότερο από τα ευρωπαϊκά. Ελάχιστα ουέστερν έχουν γυριστεί στις πεδιάδες των Τρικάλων.

Σε αποχαιρετιστήριο σημείωμα σε εφημερίδα της Ουάσιγκτον, όταν αναχωρούσα για το Δουβλίνο, ο James Morrison θυμήθηκε φράση της μητέρας μου – «Καλύτερα στο Όρεγκον, παρά στη φυλακή» – καθώς πράγματι πήγα για σπουδές στην Αμερική ενώ είχαμε δικτατορία στην Ελλάδα. Κρίσιμη επιλογή τελειώνοντας το γυμνάσιο στη Θεσσαλονίκη ήταν να αρνηθώ υποτροφία για την Οξφόρδη, για να αποδεχθώ υποτροφία από πανεπιστήμιο των ΗΠΑ, όπου πίστευα ότι θα μάθω πώς κυβερνάται ο κόσμος. Στα χρόνια της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας θα επέλεγα αντί της Αθήνας τη Ρώμη, την οποία θα ήταν αδύνατον να φανταστείς ζώντας στις βρετανικές νήσους ή στην Καππαδοκία. Καθοριστικό ήταν ότι πήγα απευθείας σε αμερικανικό περιβάλλον με ελάχιστους Έλληνες, τους οποίους συνάντησα σε μεγάλους αριθμούς τα μεταπτυχιακά χρόνια στη Νέα Υόρκη, όπου πέρασα τα περισσότερα συνεχή χρόνια της ζωής μου. Όσα η Ευρώπη έχει επενδύσει σε χρόνο, η Αμερική, την οποία διέσχισα με αυτοκίνητο όχι μόνο μια φορά, τα επένδυσε σε χώρο. Συγκριτικά, όλη η Ευρώπη θα μπορούσε να γίνει πεζόδρομος και να τη διασχίζουμε με τα πόδια, όπως έκαναν ο Καρδαμυλίτης Patrick Leigh Fermor ή ο σκηνοθέτης Werner Herzog.

Όταν τα μεγέθη είναι τόσο μεγάλα δεν χρειάζεται να τα ξέρεις όλα και αυτό θεραπεύει τους Αμερικανούς από την πασιγνωστική νόσο των Ευρωπαίων. (Ξερόλες δεν είμαστε μόνο οι  Έλληνες.) Δημιουργείται όμως μονοτονία από τη διαρκή διαδοχή εμπορικών κέντρων, πρατηρίων και ταχυφαγείων. Πρόκειται για έκφραση του κοινωνικού συμβολαίου στην Αμερική, αλλά και συνέπεια της αυτοκρατορίας που περιορίζει την περιέργεια του μέσου πολίτη, με αποτέλεσμα, φερ’ειπείν, τα καλά σχολεία εκεί να είναι κορυφαία, ενώ όσα δεν διεκδικούν κορυφή πολύ κατώτερα ενός μέσου όρου ιδρυμάτων σε αναπτυγμένες κοινωνίες. Πάντως από τον δυναμισμό της Αμερικής έχουμε να μάθουμε πολλά και απαραίτητα στην πορεία του ευρωπαϊκού εγχειρήματος ολοκλήρωσης. Σε σχέση με την αξιοκρατία, όπου παρουσιάζεται έλλειμμα στην Ευρώπη, η Αμερική καθιστά σαφές ότι η αναγνώριση δεν προϋποθέτει ούτε συνεπάγεται τη μείωση άλλων.

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής: Υπήρξατε συνιδρυτής και επιμελητής των πολύ ποιοτικών περιοδικών «Τραμ» (1971-1978) και «Χάρτης» (1982-1987). Ποια είναι η σημερινή κατάσταση σε ό,τι αφορά τα  ελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά;

Γιώργος Χουλιάρας: Χωρίς περιοδικά δεν υπάρχει αποτύπωση τρέχουσας λογοτεχνικής παραγωγής. Γνωρίζοντας πόσο δύσκολη είναι συνήθως η έκδοση ενός λογοτεχνικού περιοδικού, μόνο θετικά μπορώ να εκφραστώ για κάθε παρόμοιο εγχείρημα ακόμη και αν εμφανίζεται ατελέσφορο. Υπάρχουν σήμερα αξιόλογα περιοδικά που εκδίδονται στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και άλλες πόλεις, ενώ επίσης έχουν αναπτυχθεί ποιητικές πλατφόρμες στο διαδίκτυο και εν γένει ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά. Παρά τη διεύρυνση των τεχνικών μέσων παραγωγής, οξυμένο πάντα εμφανίζεται το πρόβλημα της διανομής τους. Θα ήταν χρήσιμη μια μετα-περιοδική έκδοση που θα παρουσίαζε το περιεχόμενό τους, ενημερώνοντας ενδιαφερομένους και αυξάνοντας τον κύκλο αναγνωστών. Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε τον κόπο όλων αυτών που σήμερα ασχολούνται με λογοτεχνικά περιοδικά, ξεφεύγοντας από γκρίνιες και κακεντρέχειες που προδίδουν μια δυσάρεστη αυταρέσκεια της ελληνικής πνευματικής ζωής.

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής: Μετείχατε πρόσφατα στα Διοικητικά Συμβούλια της Εταιρείας Συγγραφέων (ως Αντιπρόεδρος για τις διεθνείς σχέσεις), και της Modern Greek Studies Association, υπήρξατε επιμελητής του Journal of Hellenic Diaspora αλλά και μέλος της κριτικής επιτροπής του Neustadt International Prize for Literature (1996). Ποια είναι η απήχησή της ελληνικής λογοτεχνίας στο εξωτερικό; Ενδιαφέρει η «εμπειρία της Νεώτερης Ελλάδας»;

Γιώργος Χουλιάρας: Ο Καζαντζάκης παλιότερα και ο Καβάφης – οι μεταφράσεις του οποίου συνεχώς πολλαπλασιάζονται – είναι σχεδόν τα μόνα γνωστά ονόματα στο εξωτερικό, δηλαδή στον αγγλόγλωσσο κόσμο που είναι καθοριστικός. Δυστυχώς ούτε ο Σεφέρης ούτε ο Ελύτης ξεπέρασαν το φράγμα ενός μεταφραστικού γκέτο (συγκριτικά προς γνωστούς συγγραφείς από Ευρώπη ή Λατινική Αμερική). Σε αυτό συνέβαλαν στοιχεία ελληνοφοβίας (όπως έχω ονομάσει την αθέατη όψη του φιλελληνισμού) και ο πόλεμος που υφίσταται από Έλληνες όποιος αναδεικνύεται μεταξύ ξένων. Σε σχέση με την ελληνική λογοτεχνία πολλοί Έλληνες συνιστούν όσα συνιστούν σε ξένους και για την Αθήνα: δύσκολο μέρος, πάτε κατευθείαν στα νησιά. Κυρίως όμως πρόκειται για αποτέλεσμα καταμερισμού σε μια παγκόσμια πολιτιστική αγορά, όπου είναι μικρό το μερίδιο που αντιστοιχεί στην Ελλάδα, ειδικά μετά την περίοδο του 1960, όταν η χώρα λογιζόταν μήτρα ευρωπαϊκού πρωτογονισμού.

Στο πλαίσιο μιας τόσο αυστηρής αποτίμησης, ωστόσο, υπάρχει απήχηση της ελληνικής λογοτεχνίας όταν δημιουργούνται προϋποθέσεις για να ακουστεί. Μιλώ ευρύτερα, αλλά και από προσωπική εμπειρία. Μου έκανε εντύπωση, λόγου χάριν, σε διεθνή συνάντηση της Αμερικανικής Εταιρείας Μεταφραστών Λογοτεχνίας όταν γνώρισα ανθρώπους που παρακολουθούν συστηματικά δημοσιεύσεις δουλειάς μου σε ξένα περιοδικά. Αντίστοιχες εμπειρίες υπήρξαν και εκτός Αμερικής, στην Ιρλανδία, τη Σλοβενία, την Τουρκία. Προσκλήσεις σε λογοτεχνικά φεστιβάλ οδηγούν σε νέες προσκλήσεις, που επιτρέπουν να μιλήσει κανείς για τη λογοτεχνία και την Ελλάδα. Η ελληνική εμπειρία – όχι μόνο στη λογοτεχνία ή τη μουσική, αλλά στην πολιτική και την οικονομία – προκαλεί ενδιαφέρον όποτε δίδεται η ευκαιρία να παρουσιαστεί. Σε αμερικανούς φοιτητές, όταν δίδασκα στη Νέα Υόρκη, υπογράμμιζα τον «υποδειγματικό» χαρακτήρα της ελληνικής εμπειρίας. Η σχέση που έχουν οι Έλληνες με το βαρύ παρελθόν τους ενδιαφέρει όλους, όταν παρουσιάζεται με τον τρόπο αυτό, γιατί η σχέση με το παρελθόν είναι πάντοτε βαρειά.

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής: Έως τώρα έχετε εργαστεί ως Ακόλουθος και Σύμβουλος Τύπου και Επικοινωνίας στις διπλωματικές αποστολές της Ελλάδας στη Νέα Υόρκη, στην Οτάβα, στη Βοστώνη, στην Ουάσιγκτον, και τώρα στο Δουβλίνο. Πέστε μας για την επιλογή σας αυτή. Καβάφης και Σεφέρης υπήρξαν «τακτικότατοι» υπάλληλοι.  Σε πιο βαθμό συναντά ο υπάλληλος τον ποιητή;

Γιώργος Χουλιάρας: Είχα την τύχη να γνωρίσω καλύτερα τον Ανδρέα Εμπειρίκο, ίσως τον ευγενέστερο των Ελλήνων. Συμφωνώ όμως με τον Εγγονόπουλο, που δούλευε στο Πολυτεχνείο και έλεγε «εργάστηκα συνεχώς, σκληρά, ως υπάλληλος, χωρίς να λείψω ούτε στιγμή». Δύο δυνατότητες υπάρχουν για έλληνες τουλάχιστον ποιητές – να είναι εφοπλιστές ή υπάλληλοι. Αν δεν συνέβη να γεννηθείς ούτε αργότερα εντάχθηκες σε μια κατηγορία ανθρώπων χωρίς οικονομικές ανάγκες, επειδή είναι πολύ πλούσιοι ή πολύ φτωχοί, τότε αναγκαστικά θα ανήκεις στην άλλη κατηγορία. Σε όλα βέβαια υπάρχει ένα κόστος και μάλιστα αυτό που ονομάζουμε στα οικονομικά «κόστος ευκαιρίας», δηλαδή, το κόστος των επιλογών που χάνεις λόγω της απασχόλησής σου με ό,τι κάνεις. Η εργασία όμως, εφόσον σε ενδιαφέρει εκείνο με το οποίο ασχολείσαι, δεν αποτελεί μόνο απορρόφηση από το αντικείμενο και υποχρεώσεις που αποδιοργανώνουν το γράψιμο. Αποτελεί επίσης ένα πλέγμα στο οποίο οργανώνεται η εμπειρία της ζωής. Δεν πιστεύω ότι χρειάζεται να γράφονται τα πάντα. Αρκεί η εξάντληση να μη φτάνει σε σημείο να νομίζεις ότι δεν θα μπορέσεις να συνεχίσεις. Για τον συγγραφέα, πλεονέκτημα της δικής μας δουλειάς είναι ότι, για να είσαι επαγγελματικά αποτελεσματικός, πρέπει συνεχώς να προβληματίζεσαι για τη σχέση της χώρας σου με τον κόσμο και για τη δική σου δράση ως εκπροσώπου της στο εξωτερικό. Επανεμφανίζονται εδώ τα μοτίβα της εκτός ορίων μετάφρασης και περιπλάνησης που αναφέρθηκαν στην αρχή.

Χρειάζεται να προστεθεί πως οτιδήποτε και αν κάνεις, το οποίο σε χαρακτηρίζει, είναι αξιοποιήσιμο στην καθημερινή δουλειά σου, ειδικά στη δική μας εργασία. Κάθε συστηματική ενασχόληση αποτελεί επιβεβαίωση αξιοπιστίας για έναν ξένο διαμορφωτή γνώμης, που συχνά περιμένει να συναντήσει έναν γραφειοκρατικό διεκπεραιωτή πληροφοριών. Δεν αναφέρομαι αναγκαστικά σε συγγραφείς. Η ενασχόληση μπορεί να είναι ένα άθλημα. Θα έλεγα μάλιστα σε νεότερους να αναγάγουν, αν γίνεται, κάποια κλίση, προτίμηση ή τομέα γνώσεων τους σε ενασχόληση που τους χαρακτηρίζει και έχει θετική απήχηση στον ξένο περίγυρο.

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής: Παραδοσιακά, στόχος του Συμβούλου Τύπου και Επικοινωνίας, είναι μια πολιτική δουλειά,  ο άμεσος επηρεασμός των ΜΜΕ. Είναι εφικτό αυτό;

Γιώργος Χουλιάρας: Αν φανταστούμε ως πεδίο αναφοράς την Ελλάδα – αν είμασταν, δηλαδή, Σύμβουλοι μιας ξένης πρεσβείας στην Αθήνα – τι θα σήμαινε άμεσος επηρεασμός ελληνικών ΜΜΕ; Αν εννοούμε ότι ένας δημοσιογράφος ή ΜΜΕ λαθραία θα παρουσίαζε άποψή μας ως δική του, μήπως θα επρόκειτο για περιστατικό εξαγοράς; Αυτό συζητάμε; Αν πάλι εννοούμε αθρόα προσέλευση συντακτών σε ενημέρωση της Πρεσβείας, αυτό θα ήταν αποτέλεσμα ενεργειών ή θα αντανακλούσε τη σημασία για την Ελλάδα της συγκεκριμένης χώρας; Πρέπει, επομένως, να εκτιμάται κατ’αρχάς η σημασία που έχει η Ελλάδα για τη χώρα στην οποία αναφερόμαστε και να γνωρίζουμε το πλαίσιο και τα ήθη λειτουργίας των επιτοπίων ΜΜΕ.

Ως αστείο επιτρέπεται ένας Σύμβουλος να μιλά για άμεσο επηρεασμό. Σε συνομιλητές έχω πει ότι η καλύτερη προπαγάνδα είναι η αλήθεια όταν ήμουν έτοιμος να εμπλακώ σε ειλικρινή συζήτηση. Υπάρχουν βέβαια πράγματα που λέγονται και δεν γίνονται και πράγματα που γίνονται και δεν λέγονται. Υπό κανονικές συνθήκες πάντως, το σημαντικότερο προσόν ενός Συμβούλου είναι η αξιοπιστία. Την εποχή του διαδικτύου, είναι δύσκολο να διαθέτει πληροφορίες που δεν θα βρει με άλλο τρόπο όποιος επιθυμεί να ενημερωθεί. Η προστιθέμενη αξία που εμφανίζει για τον ξένο δημοσιογράφο είναι ο συνδυασμός πολλών στοιχείων όταν συνδέονται πειστικά για τον τρόπο σκέπτεσθαι στη συγκεκριμένη χώρα.

Η σημασία σήμερα της λειτουργίας Γραφείων Τύπου & Επικοινωνίας στο εξωτερικό στηρίζεται πρωτίστως στην ανάπτυξη διαπροσωπικών σχέσεων, γνωριμιών και επαφών που μπορεί να φωτίσουν θετικά την εικόνα της χώρας. Αναπτύσσοντας αξιοπιστία, που σημαίνει ότι σε μια στιγμή κρίσης θα ζητηθεί η άποψή του, ένας Σύμβουλος μπορεί πράγματι να επηρεάσει, προκαλώντας, π.χ., διάψευση από αρθρογράφο εφημερίδας μεγάλου κύρους δημοσιεύματος άλλης έγκυρης εφημερίδας που ενέπλεκε την Ελλάδα σε επιθετικές επιδιώξεις κατά τρίτης χώρας. Παρόμοιες εμπειρίες στηρίζουν την άποψη ότι η αθέατη πλευρά της δημόσιας διπλωματίας είναι κάποτε σημαντικότερη από όσα γίνονται αμέσως αντιληπτά.

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής: Η πολιτιστική διπλωματία της Ελλάδας φαίνεται να στηρίζεται κυρίως σε κάποια χαρισματικά πρόσωπα, ενώ απουσιάζει η διακριτή υπηρεσιακή δομή στις διπλωματικές αποστολές. Ποιές είναι οι προοπτικές;

Γιώργος Χουλιάρας: Σε ελάχιστες Πρεσβείες υπάρχουν διαπιστευμένοι μορφωτικοί σύμβουλοι, ενώ η με πολιτιστική στόχευση επικοινωνιακή δραστηριότητα των Γραφείων Τύπου επιχειρεί να καλύψει ένα μεγάλο κενό. Δομές πρέπει και μπορούν να βελτιωθούν. Προσοχή όμως χρειάζεται να επικεντρωθεί στο περιεχόμενο και τις μορφές παραγωγής δράσεων προβολής του ελληνικού πολιτισμού. Συνήθως αποφεύγουμε μια θεμελιώδη διαπίστωση. Αν και η Ελλάδα είναι μια πλούσια χώρα, σύμφωνα με τους δείκτες του ΟΗΕ, δεν θα έχει ποτέ στη διάθεσή της τόσους πόρους όσους θα άξιζαν το εύρος, το βάθος και η διάρκεια του πολιτισμού της. Αντίστοιχες δράσεις, επομένως, πρέπει να είναι αποτελεσματικές, με βασικό κριτήριο τον βαθμό διείσδυσης σε επιλεγμένα τμήματα του ξένου κοινού που θεωρούνται αποδέκτες των δράσεων αυτών.

Θα αναφέρω επιγραμματικά τρεις κατευθύνσεις που νομίζω ότι χρειάζεται και μπορούμε να ακολουθήσουμε: α) Προβολή του ελληνικού πολιτισμού μέσω της απήχησής του σε διεθνούς κύρους διαμορφωτές πολιτιστικής γνώμης. Λόγου χάριν, γιατί χαρακτηρίζει ο λαβύρινθος το έργο του Μπόρχες; Γιατί μετασχημάτισε ελληνικούς μύθους σε χορογραφίες η Μάρθα Γκράχαμ; Γιατί μετέφερε τον Οδυσσέα στο Δουβλίνο ο Τζέιμς Τζόις; Πρόκειται για αρχέτυπα όχι μόνο της αρχαίας, αλλά και της νεότερης Ελλάδας. β) Υποστήριξη προγραμμάτων νεοελληνικών σπουδών και φορέων διεθνούς συντονισμού τους, όπως η Εταιρεία Νεοελληνικών Σπουδών στη Βόρειο Αμερική. γ) Στήριξη παρουσίας και επισκέψεων στο εξωτερικό ελλήνων συγγραφέων που δεν έχουν πρόβλημα να μιλήσουν σε κοινό. Πρόκειται για μια όχι δαπανηρή δράση, καθώς συνήθως αρκεί ένα εισιτήριο και ένα μολύβι.

Το πιο σημαντικό ίσως είναι η εικόνα που έχουν οι Έλληνες για τη χώρα τους. Συγκριτικό πλεονέκτημα της Ελλάδας είναι η θέση της στον χώρο και στον χρόνο, γεωγραφικά και ιστορικά. Εκείνο όμως που την καθιστά ανά πάσα στιγμή ελκυστική είναι η εμπειρία ενός τρόπου ζωής. Από την άποψη αυτή, βασική προϋπόθεση για την προβολή της χώρας είναι εκείνοι που παράγουν την εμπειρία αυτή, οι Έλληνες, “να περνούν καλά”. Είναι αλήθεια ότι η χώρα έχει προχωρήσει πολύ, ενώ, μετά την κατάρρευση της δικτατορίας, διάγει την ομαλότερη περίοδο της σύγχρονης ιστορίας της. Είναι επίσης αλήθεια ότι έχουμε αποτύχει στο πώς προσδιορίζουμε το “περνώ καλά”, συχνά αποδίδοντάς του επιθετικό ή χυδαίο χαρακτήρα. Ας δοκιμάσουμε πάλι. Ας αποτύχουμε πάλι. Ας αποτύχουμε καλύτερα, όπως έλεγε ο Μπέκετ.

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής: Σε σύγχρονες προσεγγίσεις τονίζεται το στοιχείο του διαλόγου στη Δημόσια Διπλωματία. Πως μπορεί να ενσωματωθεί σε δράσεις ελληνικής δημόσιας διπλωματίας? 

Γιώργος Χουλιάρας: Υπάρχουν πολλοί τρόποι να προσεγγιστεί η ενσωμάτωση στοιχείων διαλόγου ή αναδραστικού χαρακτήρα πρωτοβουλιών στο συγκεκριμένο περιβάλλον όπου ενεργοποιείται κανείς. Έχοντας αναφερθεί σε εμπειρίες από ΗΠΑ και Ευρώπη, θα ανατρέξω σε καναδικά παραδείγματα. Τρία επιθυμητά χαρακτηριστικά πολλαπλών δράσεων δημόσιας διπλωματίας συνοψίζονται σε τρία Α: ακεραιότητα, αμεσότητα και αμοιβαιότητα. Πρέπει να είναι ακέραια ή ακριβής η πληροφορία που δίδεται, καθώς η ακεραιότητα οδηγεί σε μακροπρόθεσμη αξιοπιστία. Πρέπει να δίδεται γρήγορα, γιατί η αμεσότητα οδηγεί σε επανάληψη αναζήτησης πληροφοριών από την ίδια πηγή και επαγγελματική επιδίωξη είναι να σε αναζητούν οι διαμορφωτές γνώμης όταν σε χρειάζονται και όχι να τους αναζητείς όταν δεν σε χρειάζονται. Κατ’εξοχήν διαλογικό στοιχείο είναι η αμοιβαιότητα. Η προώθηση πληροφοριών και εκτιμήσεων για την Ελλάδα σε καναδούς δημοσιογράφους ήταν μέρος γενικότερης διευκόλυνσης του έργου τους. Μαθαίνοντας ποιά θέματα τους απασχολούσαν, συνήθως σε σχέση με ΗΠΑ, και διευκολύνοντας επαφές τους εκεί, προκαλούσε διάλογο και διάθεση να ακούσουν ή να ρωτήσουν για ελληνικά ζητήματα. Κατά τρόπο ανάλογο, υπηρεσιακοί και άλλοι παράγοντες της καναδικής ζωής διευκολύνονταν σε σχέση με επαφές τους σε Ευρώπη και ΗΠΑ, το οποίο ανταπέδιδαν με αμοιβαιότητα επικυρώνοντας καλές σχέσεις με διαμορφωτές γνώμης στον Καναδά. Αποτέλεσμα ήταν να ερωτηθεί άτυπα πολλές φορές ο έλληνας Σύμβουλος από καναδικά ΜΜΕ όταν επρόκειτο να επιλέξουν καναδό αρθρογράφο να σχολιάσει ευρωπαϊκές και βαλκανικές εξελίξεις.

Πρόσφατα πέθανε η γερμανίδα χορογράφος Pina Bausch, που μεγάλωσε στο εστιατόριο των γονιών της. Πέρασα πολύ χρόνο κάτω από τα τραπέζια, όταν ήμουν μικρή, έχει πει η Μπάους. Υπήρχε τόσος κόσμος και συνέβαιναν πάντα τόσα παράξενα πράγματα. Σε όποιο εστιατόριο και αν μεγάλωσε κανείς και όπου και αν χορογραφεί σήμερα, είναι σημαντικό – θέλω να πω, καταλήγοντας και ευχαριστώντας για τις διεισδυτικές ερωτήσεις – να συνδέει όσα έχει δει με εκείνα που τώρα κάνει.

Γιώργος Χουλιάρας –  Συνοπτική εργογραφία

Ο τόμος Δρόμοι της Μελάνης (Νεφέλη, 2005) περιλαμβάνει ποιήματα που έχουν δημοσιευθεί στα βιβλία (από τις εκδόσεις Τραμ το πρώτο και Ύψιλον εν συνεχεία): Εικονομαχικά (1972), Η άλλη γλώσσα (1981), Ο θησαυρός των Βαλκανίων (1988), Fast Food Classics (Στίχοι ταχυφαγείων, 1992) και Γράμμα (1995), ενώ εκτός εμπορίου κυκλοφόρησε (1.5.04) το ποίημα «Στο κέντρο του νερού».

Ποιήματα στο πρωτότυπο ή σε μεταφράσεις έχουν επίσης δημοσιευθεί σε μεγάλο αριθμό περιοδικών στην Ελλάδα και στο εξωτερικό (Γράμματα και Τέχνες, Εντευκτήριο, Η λέξη, Ποίηση, Τραμ, Χάρτης, Agenda, Cumberland Poetry Review, Grand Street, Hanging Loose, Harvard Review, International Poetry Review, International Quarterly, Mediterraneans, Modern Poetry in Translation, North Dakota Quarterly, Osiris, Pequod, Ploughshares, Poetry, Point of Reference, Translation, World Literature Today κ.ά.)

Ποιήματα περιλαμβάνονται σε πολλές ανθολογίες, μεταξύ των οποίων πρόσφατα η ανθολογία ευρωπαϊκής ποίησης New European Poets (επιμ. Wayne Miller & Kevin Prufer, Graywolf Press, 2008) και η πρώτη ανθολογία ελληνο-αμερικανικής ποίησης Pomegranate Seeds (επιμ. Dean Kostos, Somerset Hall Press, 2008).

Ποιήματα έχουν αποτελέσει κείμενο θεατρικής παράστασης («Bread of Words», Νέα Υόρκη, 1993), ενώ το ποίημα «Συνεχής πίνακας» έχει χορογραφηθεί («Continuous Painting», Νέα Υόρκη, 1998), όπως σημείωσε η εφημερίδα The New York Times.

Βιβλιοκρισίες και βιβλιοκριτικά δοκίμια για την ποίησή του έχουν δημοσιευθεί σε συλλογικούς τόμους και περιοδικά (Journal of Modern Greek Studies, Modern Greek Studies Yearbook, World Literature in Translation κ.ά.).
 
«Η Αμερική δεν είναι πια εδώ» (απόσπασμα απομνημονευμάτων) περιλαμβάνεται στη λογοτεχνική ανθολογία για την Ελλάδα Greece: A Traveler’s Literary Companion (επιμ. Artemis Leontis, Whereabouts Press, 1997).

Μεγάλος αριθμός δοκιμίων και άρθρων για θέματα λογοτεχνίας, ιστορίας του πολιτισμού ή διεθνών σχέσεων, καθώς επίσης βιβλιοκρισίες, σημειώματα και συνεντεύξεις, έχουν δημοσιευθεί σε επιστημονικούς τόμους, περιοδικά και εφημερίδες στο εξωτερικό και στην Ελλάδα (Απογευματινή, Βήμα, Ελευθεροτυπία, Επίλογος, Καθημερινή κ.ά.)

July 19 2009

Λουκάς Τσούκαλης: Κι αν βγαίναμε απ’ το καβούκι μας;

Tagged Under :

tsoukalisMε την ευκαιρία της εκδήλωσης «Η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Πρόκληση της Οικονομικής Κρίσης»  (29.5.2009) ο καθηγητής του πανεπιστημίου Αθηνών και πρόεδρος του ΕΛΙΑΜΕΠ Λουκάς Τσούκαλης παραχώρησε συνέντευξη στα μέλη της Ένωσης Ακολούθων Τύπου Μελίνα Σκουρολιάκου και Χριστίνα Φιορέντζη.

Στη συνέντευξη ο Λουκάς Τσούκαλης  αναφέρεται εκτενώς σε ζητήματα που αφορούν τις προοπτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την ανάγκη μεταρρυθμίσεων στην Ελλάδα, τα κέντρα μελέτης της Ελλάδας στο εξωτερικό, αλλά και τα ελληνικά Think Tanks.

O καθηγητής Τσούκαλης υπογραμμίζει την ανάγκη εξωστρέφειας της χώρας. Σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον είναι σημαντικό για την Ελλάδα να «βγει από το καβούκι της». H άσκηση διπλωματίας δεν πρέπει να περιορίζεται σε θέματα της λεγόμενης υψηλής πολιτικής. Έχει να κάνει και με την οικονομία, και τον πολιτισμό, αλλά περιλαμβάνει και τη δημόσια διπλωματία, η οποία δε μπορεί εξ’ ορισμού να είναι κρατικό μονοπώλιο.

Αναφερόμενος στον ελληνικό ”εξαιρετισμό” ο καθηγητής Τσούκαλης τονίζει:  “…Η Ελλάδα είναι σίγουρα διαφορετική, αλλά και όλες οι άλλες χώρες είναι διαφορετικές. Όλες είναι διαφορετικές. Και όλες όμως μπορούν να προσφέρονται για συγκρίσεις που οδηγούν σε χρήσιμα συμπεράσματα. Δεν ισχύει το ίδιο για ένα πολύ μεγάλο ποσοστό του πολιτικού κόσμου της χώρας που συνεχίζει να μην επικοινωνεί με τον έξω κόσμο και να ζει ακόμα στην εποχή του εξαιρετισμού. Αυτή η απομόνωση είναι εξαιρετικά επικίνδυνη για μια χώρα του μεγέθους της Ελλάδας, δεδομένης και της δύσκολης γειτονιάς που της έλαχε.”

Δείτε το απομαγνητοφωνημένο κείμενο της συνέντευξης.

July 03 2009

Keith Dinnie: Bridging the Gap between Business and International Relations

Tagged Under :

dinnienbdO Keith Dinnie, ειδικός σε θέματα Nation Branding (NB), με την ευκαιρία επικείμενης (6-7.7.2009) ομιλίας του στο συνέδριο του Athens Institute for Education and Research με θέμα το Nation Branding της Κύπρου, παραχώρησε συνέντευξη στα μέλη της Ένωσης Ακολούθων Τύπου Νίκο Νενεδάκη και Αθηνά Ρώσσογλου:

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής: You are the editor of “Nation Branding – Concepts, Issues, Practice” (2008). What is actually NB, besides a logo and a smart, moto-driven advertising campaign?

Keith Dinnie: Nation Branding does not always require an advertising campaign. The goals of nation branding are extremely diverse and for some of those goals the power of advertising is probably quite limited. For example, when I have conducted research with inward investment agencies, the people working in such organisations do not appear to believe strongly in the power of advertising. Instead, they advocate face-to-face meetings and continual networking with potential investors into their country. On the other hand, the power of advertising is probably much greater in the domain of tourism promotion, where consumer perceptions are perhaps more malleable than those of business investors. Other important techniques of nation branding include diaspora mobilization and public diplomacy, neither of which are advertising-based.

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής: Sophisticated NB theories have started to emerge only recently. Do you believe that NB could at some point constitute a distinct academic field or discipline?

Keith Dinnie: I hope that NB will soon constitute a distinct academic discipline, but the academic world can sometimes be slow to identify phenomena that do not easily fit into pre-existing disciplines. A challenge in establishing NB as a distinct academic field is to bridge the gap between business on the one hand and international relations on the other. This dichotomy is apparent in the gap that separates Nation Branding from Public Diplomacy (PD). Frequently, NB and PD focus on the same issues but there is very little overlap between the business scholars who write about nation branding and the international relations scholars who write about public diplomacy. NB and PD resemble ships passing in the night.

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής: Simon Anholt identifies NB with almost all of a country’s important policy areas. Is NB a technique? Or, is it a political concept?

Keith Dinnie: A conceptual problem with NB is that it is so wide-ranging that it defies easy categorisation. In the terms of your question, the answer would be ‘yes’ to both points – yes it is a technique, and yes it is a political concept. It may not appear to be a very sophisticated definition, but one government official working on nation branding in Asia told me that “nation branding is a big elephant”. In some ways that is an apt metaphor.

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής: Is it possible to influence the way the mass media present and comment on a specific country? Could there be a national strategy to this end?

Keith Dinnie: We need to draw a distinction between ‘influence’ and ‘control’. It is possible for national governments (just like corporations) to exercise a certain degree of influence over the media coverage of their country through the hiring of PR consultancies and the cultivation of positive relationships with media organisations. However, it is not possible for governments to control the mass media, apart from domestically in the case of dictatorships. Governments should worry less about damage limitation and concentrate more on getting a wider range of positive news stories about their country out into the international media.

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής: NB emphasizes on coordination and a single message. Yet, modern democracies are often based on argument, differences and even distinct national identities. How can this issue be strategically managed by the country itself?

Keith Dinnie: The benefits of coordination are often speculated about but there are few concrete examples of successful coordination for other countries to follow. More research is required into this area. As for a single message, my view is that it is impossible to encapsulate the rich diversity of a whole nation in a single message or slogan. There should be different messages according to which objectives are being pursued and which audiences are being targeted. I believe the trend in the coming years will be away from a monolithic approach and instead towards a more segmented strategy.

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής: You have recently participated in the Conference ‘Images οf Nations: Strategic Communication, Soft Power and the Media’ by the Greek Ministry of Foreign Affairs (January 2009). In the past, you stayed in Greece for quite some time (1989-90). Is Greece changing?  How do landmarks such as  December 2008 Riots or The Museum of Acropolis 2009 affect Brand Greece ?

Keith Dinnie: I think there is a huge difference in perceptions regarding the December 2009 Riots. On the on the one hand, Greek politicians and media are extremely concerned about the negative effects of those riots on foreign perceptions of Greece. But on the other hand, I have not seen any evidence that Greece’s image in terms of foreign perceptions has suffered anything other than very short term damage. When I was at the ‘Images of Nations’ conference in February, one of the other foreign delegates told me that in his opinion, the film ‘Mamma Mia’ has had a much more powerful effect on Greece’s image than the December riots. I think he was right. ‘Mamma Mia’ is an appalling film but it has probably been wonderful for Greece’s image, and will be remembered by most people long after the memories of the December riots have faded.

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής: Are there any countries, which are considered models vis-à-vis NB policies? Could you give us some concrete examples?

Keith Dinnie: I don’t believe that any country has yet mastered the full range of techniques that constitute nation branding strategy. But two countries that are often presented as examples of best practice are Spain and New Zealand. Both countries appear to have established strong nation brands (but not across the full range of nation branding dimensions), although there is debate about just how much – if any – contribution that conscious nation branding strategy made to the successes enjoyed by those countries.

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής: More and more diplomats, academics and marketeers, imbued with distinct cultural identities, are actively involved in NB policies. What is the place to be reserved for each category within the overall NB strategic planning?

Keith Dinnie: It would be wrong to propose a standardised template which categorises the roles of different stakeholders within NB strategy. Every country needs to develop its own, unique solutions. While it is true that more people are taking an interest in nation branding, for many people nation branding is still a new and unfamiliar concept. I have been conducting numerous interviews at Embassies in Tokyo, where I currently live, and I often have to explain to my interviewees what nation branding is before I commence the interview. Also, in many countries, the Ministry of Foreign Affairs is deeply conservative and actively hostile to the concept of nation branding because the concept of nation branding does not fit with the traditional professional training of career diplomats. It is obviously extremely difficult to develop a coherent and comprehensive nation branding strategy if a country’s Ministry of Foreign Affairs has no interest in it. This situation will probably change as a new generation of more communication-minded diplomats assumes responsibility within their respective Ministries of Foreign Affairs, but that process could take several years.

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής: Your presentation in the upcoming (6-9 July 2009) Conference of the Athens Institute for Education and Research (ΑΤΙΝΕR) is entitled ‘Cyprus - A Stakeholder Identification Perspective’. Could you briefly elaborate on your approach?

Keith Dinnie: My ATINER paper represents an application of stakeholder identification and prioritisation principles commonly applied in the corporate world but rarely applied in the domain of nation branding. This approach involves stakeholder mapping, that is, an attempt to identify the full range of stakeholders that could contribute to a country’s nation branding strategy. The next step – which is politically sensitive – then involves prioritising those stakeholders in terms of their power, influence, potential contribution and so on. It may be that the term ‘prioritisation’ is inappropriate and that it would be better not to ‘prioritise’ stakeholders, but rather to develop ways in which every stakeholder can make a positive contribution, no matter how large or small, to the overall nation branding effort. In the case of Cyprus, it was interesting to explore possible ways in which Cyprus can extend its nation brand beyond the twin pillars of tourism and shipping towards a more multifaceted nation brand.

Ευχαριστούμε θερμά τη Μαρία Φωλά για την βοήθεια και υποστήριξη.

June 28 2009

Nicolas Papadopoulos: Public Diplomacy is a Manifestation of Place Marketing

npapad

npapad

Ο Nicolas Papadopoulos, καθηγητής Marketing & International Business στο πανεπιστήμιο Carleton (Ottawa, Canada), και ειδικός σε θέματα Place Marketing παραχώρησε συνέντευξη στα μέλη της Ένωσης Ακολούθων Τύπου Βαρβάρα Παπασπηλίου και Αθηνά Ρώσσογλου.

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής: Professor Papadopoulos, as a renowned country branding scholar in Canada, which do you consider the primary factors for the success of Canada as a leading country brand (2nd place in Country Brands – Index 2008)?

Nicolas Papadopoulos: Essentially there are two reasons. One has to do with quality of life, perceptions of people about the general level of development of the country. The other one is the perception of Canada as a peaceful country in international affairs. These two perceptions evolved partly because we are next to the United States, which makes it easy to think of us as a developed country with a very high standard of living. But the U.S. is also a very powerful country, so every time someone gets angry at them, by comparison they look of Canada as a friendlier country. Canada is like a bigger Sweden or Switzerland. It has no negatives, really. It has never done anything wrong: the peace-keeping efforts, the contribution of Canada to the solution of the Suez crisis and so on. All these things developed an image of a peaceful country that doesn’t bother anybody. The interesting thing about Canada, which is in some ways shared by Greece, is that the image of Canada doesn’t have so much content. In our research, every time we go and ask people ‘what do you think about Canada?’, the ratings are always very high. But when we ask them to tell us ‘why’, they just answer ‘nice country’. We ask ‘why is it nice?’, the answer is ‘well, I don’t know’. Yet Canada, much as Greece, has a lot of successes. Canadians have invented everything from basketball to insulin, the telephone and so on. But people don’t know that, they just like the country in a general sense. A very similar thing or even worse happens with Australia. Everybody loves Australia. There are three countries that everyone loves around the world: Australia, New Zealand, Canada. But try to ask people ‘why’… Australia has sheep, we’ve got bears, they are hot, we are cold and that’s it!

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής:  Do you think that the reputation of a country could influence the promotion of its products? Could you please elaborate on the Country of Origin Effect on Consumer Behavior?

Nicolas Papadopoulos: Definitely there is an effect. Many times the effect is not direct. There are not many people who think that when consumers buy a product, they may buy it because of where it comes from. In another branch of international business, research in investment studies, there is actually a thing called the ‘liability of foreigners’. Foreigners have a disadvantage. Why? One reason is that they don’t know the local customs. However, in the case of imported products, there may be an advantage of foreigners in most countries, in that there is something exotic about them. We are doing some research at the moment where we compare how different companies present their products in advertising in different countries. We have collected about three thousand magazine advertisements from Canada and the United States, and about the same from Italy, Britain and Greece. Among other things, we find that many Greek companies advertise in Greek magazines, for Greeks, using the English language or the Italian language or French or whatever. Because there is an advantage in portraying yourself to be from somewhere else, which brings me to the country of origin. I prefer to use the term ‘country of association’. Take Wind, for example – this is a mobile network here in Greece, but the brand name is English and the country of association is Anglo-Saxon: it is English, it is American, it is British. It’s not German, it’s not Italian, it’s not French. Look, on the other hand, at L’ Oréal or any French brand of cosmetics, or Italian brands for shoes or suits for men. There are these associations between certain countries that are thought to be (and very often are) especially strong in certain product categories. So, companies try to find these perceptions and use them, even if their origin is different, by borrowing an association. So you have Greek wines that have French names. Country of association has a huge impact. Its effect doesn’t necessarily work at a conscious level. It may work subconsciously as well. You go to someone and you ask ‘why did you buy this?’ and he or she might tell you ‘oh, because it’s cheap’ or ‘because it’s the best quality’. They will give you rational reasons. But this is not the way we actually think and behave. People don’t necessarily behave rationally. Most of the time there is a combination of reason and emotion that makes us behave in a particular way, and very often the emotional side is the deciding factor.

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής:  You have supported that the key element of a successful nation-branding strategy is to provide an image of trustworthiness regarding both the country and its people at an international level. In your opinion, has Greece managed to develop such an image? Which actions should be implemented in order to enhance its trustworthiness towards public opinion?

Nicolas Papadopoulos: The word ’trustworthiness’ doesn’t come up for every country. It comes up as a great strength of countries like Canada, Australia and New Zealand. People in some countries don’t trust the Americans, for example, and the ratings for France are quite low in some areas. I don’t remember where Greece might score, and I would not know to tell you because I cannot remember of any study that has used this measure for Greece. But I would not guess that this may be a characteristic of Greece.  That may not be a negative thing necessarily – or it actually could be, based on anecdotal evidence. There is an international saying, ‘beware of Greeks bearing gifts’, because of the Trojan Horse. That’s actually a very widespread feeling. Is trustworthiness important in general? Yes, it is. Because it affects tourists, it affects a lot of individual parts of behavior, if you consider things in technical terms. For example, it is very important in business-to-business relationships. Trustworthiness may at times be more important than the price charged for a product or its other characteristics. Trustworthiness translates into things like reliability, the relative value of a product. An interesting case in point is Canada. Among consumers, Canada always scores very high on trustworthiness. Yet, among business people, it does not score as highly. Canadian business exporters to business have a reputation, which they deserve to some extent, of not following through. At the first difficulty some of them give up and run back home. This kind of thing hurts trust enormously. And there are a lot of examples like this. In Canada, we have a foundation called Asia-Pacific Foundation. They did a big study in six or seven countries along the Pacific and the levels of trust they found for Canadian business people were quite low. Independent of country of origin, trust has emerged as a major issue in marketing. Domestically and internationally, it is one of the hottest topics that people study. Trust in everything: trust when you decide what product to buy, trust when you decide to buy that skirt over the other one, from one dealer over another. Trust seems to be a very central theme in human relations, particularly in our time when things are getting busier, and it’s harder to cope with the world around us. That’s why branding has become so important, since a brand is a ‘promise’ that consumers can trust that it will deliver what it says in terms of quality, satisfaction, or its other characteristics.

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής:  Which specific nation branding strategies do you believe that Greece should adopt in order to build a competitive image and streamline a clear brand name abroad? Should Greece continue to lay emphasis on its traditional competitive advantages or should it re-orientate its nation-branding policy?

Nicolas Papadopoulos: Here is where I will disappoint you because I don’t know, at least not on the basis of research. I don’t think anyone has done the research to find out. I participated in a conference organized by the Athens Institute for Education and Research just after the Olympics, and someone there was presenting the results of the Olympics and what might happen to the image of Greece – and yes, there was a positive image. We also had done some research here in Greece in the mid-90s, which is quite old by now – but I don’t see why anything might have changed – about investments. What we found is that even though there were a few investors who had the usual complaints (bureaucracy or whatever), there were a lot of very positive comments by current investors, by managers of companies that had already invested in Greece. I don’t know what people who are outside of Greece think. Lots of people would see Greece as what it really is in some sense, which is a point for distribution and accessing the Balkans, Eastern Europe, the European Union, the Middle East, the Mediterranean and so on. There might be other countries but Greece seems to have predominance, at least for the Balkans. The last thing I would say about Greece is that even the image about the antiquities and tourism is not necessarily the right image. How many times in Canada people come to me and say, ‘we are going to Greece, tell us where to go. Of course, we want to go to Santorini and Mykonos, we don’t want to stay in Athens at all, maybe one day to see the Acropolis and that’s it’. And I keep telling them ‘don’t even bother going to the Acropolis, you are going to be just another stupid tourist who goes and looks at just some more stupid marbles and columns which would mean nothing to you and you will leave. This way you gain nothing. If you want to enjoy the Acropolis go to Athens and stay for a week. The marbles and columns are important but to appreciate them you must ‘feel’ them. You must walk around, to more than just the Acropolis. You go, you know, to Plateia Kotzia. You look at how the antiquities are all over the place. You try to imagine how the city was, you go to the various museums’. It’s the same with tourism. Everybody goes to Santorini – ok, that’s interesting – and Mykonos – ok, I love Mykonos too – but there are so many other things. And they are not being promoted.  So as not to accuse just the Greeks, there is no country that anybody knows of, anywhere in the world, that has managed to have an overall strategy. All countries have exactly the same problem: they have a Ministry of Tourism that does one thing, there is another Ministry which does something else and so on. I was speaking, two months ago, with the Ambassador of Sweden in Canada, who participated in the development of an amazing new Swedish campaign for country branding. When I asked her ‘how do you coordinate all that’, she said ‘no way to coordinate’.  The only thing you can hope for is that the images presented by various ministries for various purposes would not be conflicting with one another. In Greece you don’t have such a problem. Because the existing images with the antiquities and tourism don’t really conflict with each other. They do hurt Greece, however, in that nobody thinks of the country as modern, industrialized, developed, which it is. In my view, Athens is one of the most beautiful capitals. I’m not saying this because I am an Athenian by birth. Everyone says that Athens is ‘lots of concrete’ and nothing else. Well, go to any city, go to New York – it doesn’t have the avenues we have, the trees in every neighborhood, and yet no says “lots of concrete” about it. Of course, London has Hyde Park and New York has Central Park – but we have the National Gardens and right next is Lykavitos and right above is Alsos Pagratiou and right below is Pedion Areos. So the city has as much green space as many others – but we let this kind of “all concrete” image persist.

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής:  Do you think that nation branding can be influenced by negative incidents of current affairs or it is something more “steady” with long term effects?

Nicolas Papadopoulos: There can be a great negative effect, but how long will it last, and how bad it is going to be, depends on the nature of the event and which is the country, among other things. For example, we did a study with a colleague in Australia in 1992 and in 1995. Between those years the image of  France declined significantly because the French sank that ship of Greenpeace which was protesting against the French nuclear tests in the South Pacific. I don’t have more recent evidence of my own, but a colleague of mine did a new study in 2005 and the image of France was back to where it used to be. It took about ten years but they fixed it up. Why? Because France has a generally good image. It is a big, stable and important country. Greece is not. It starts from a negative point, partly because it is thought of as part of the Balkans, a region with quite a negative image abroad. If a country starts with such an image, it has to be running twice as fast to stay in the same place. On the other hand, for every negative aspect, there are a lot of positives that can be used to balance them. In the case of Greece, there was some positive image created because of the Olympics but it has to be capitalized on to prevent losing it.

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής:  In the future, will nation branding last or is it just a temporary trend?

Nicolas Papadopoulos: I don’t think it is a temporary trend. l think it is a huge, permanent development. It is very early and a lot of the problems we just talked about occur exactly because it’s too early. It takes time for people to think things through. Nation branding has not existed for more than about 10-15 years. Marketing has been around since antiquity and still most people don’t understand it. We need to get away from the word nation branding, because ‘branding’ is only part of marketing. The correct term is ‘nation marketing’. But since many people still don’t understand what ‘marketing’ is all about, it will take us a long, long time to achieve a correct understanding of ‘nation marketing’. I will give you an example. In Canada there is a TV channel, CPAC, dealing with public affairs. They have a show called ‘The World Today” or something like this and a few years ago they invited me to participate in a discussion about Greece. They had the Greek ambassador, myself, and a lady of Greek origin, a member of the parliament in Ottawa. I said something like ‘we need to promote our country and country branding is important’ and the ambassador became really upset and said something like ‘you cannot promote a country like a detergent or soap, a country is an important sacred thing’. The journalist was a bit surprised at the level of vehemence of the ambassador, but l have had this reaction before. Half an hour later the journalist asked the ambassador what does the embassy in Canada do to attract more investment to Greece. And the ambassador replied that ‘we do a lot of promotion, a lot of advertising’ and the journalist was smiling. At the end he asked how this differs from what the professor had said before and the ambassador graciously accepted that he had been wrong. This is a typical image from people who have grown up to believe that marketing is something bad. We need another ten or twenty years to get away from that logic.

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής:  You are a member of the Greek Marketing Academy. How do Greek Marketers stand internationally?

Nicolas Papadopoulos: On the practitioner side, I don’t think that there is anybody internationally who knows much about Greek marketers because Greece doesn’t export anything world-known except for a few agricultural products and some processed product brands, like Metaxa brandy. But there are many success stories on the academic side. We have a rather large number of very well-known Greek professors internationally. George Avlonitis, the president of the Greek Marketing Academy, ‘Father George’ of Greek marketing, is well known abroad. Internationally, there is myself, Adamantios Diamantopoulos, who is extremely famous and he works at the University of Vienna. There is another fellow by the name of Konstantinos Katsikeas at the University of Leeds, UK, also very, very well known, and also Antonis Simintiras, who is now in at least part of the time in Thessaloniki but he used to be full time in Britain. There are a disproportionate large number of Greek names in international marketing and international business research in general, which is good.

Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής:  Public Diplomacy and Nation Branding: Is there difference between the two terms or do they mean exactly the same thing?

Nicolas Papadopoulos: They are a little bit overlapping but I wouldn’t say that they are the same. I would imagine that public diplomacy would include some activities and concepts that normally one would not classify as marketing. But that depends on how one can understand public diplomacy. What is public diplomacy? l worked together with Simon Anholt when he launched a journal called Place Branding and Public Diplomacy and we had a lot of discussions about this at that time. One of our big arguments was that if you say public diplomacy and place branding, it means two different things. My view was, why don’t you leave it as ‘place branding’ and let it include everything. Many people call it ‘nation branding’, but as I said before I prefer the term ‘nation marketing’ – and the fully accurate term is ‘place marketing’, because it is not only nations, but also cities and other geographic areas that are relevant to it. Place marketing, since it is marketing, includes a lot of things that go very much beyond diplomacy and communication. Marketing includes pricing, distribution, packaging, corporate design, and so on. Therefore, I see public diplomacy as one manifestation of place marketing. Traditionally, whenever there was an attempt to apply marketing to a non-commercial field, the people in that field didn’t like it. They are always trying to find some nicer way to refer to it. In Ottawa, we have a National Arts Centre and many years ago they established a marketing department to market it – and do you know what they called it? ‘Audience development’ department. Similarly with ‘public diplomacy’, it seems to be a more agreeable term. There is an overlap if you define public diplomacy very very strictly. There would be some differences, there are some activities that diplomats would do that marketers would normally not do but that’s about it.

Ευχαριστίες οφείλονται στην Ειρήνη Κιουλαφή για την συνδρομή της.

Δείτε επίσης: Brand Canada and Nicolas Papadopoulos